Ο Αλέξανδρος Κοτζιάς ανήκει στους συγγραφείς που κατόρθωσαν να εικονογραφήσουν τη στρεβλή πραγματικότητα της εποχής τους χωρίς να πέσουν στην παγίδα της ξερής καταγραφής και του χρονικού. Βασισμένος στα πρότυπα των αρνητικών του ηρώων, που αποτελούν προϊόντα μιας κοινωνίας η οποία διατελεί σε μόνιμη κρίση, ο Κοτζιάς απαίτησε από τη λογοτεχνία να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων και να διαμορφώσει μια ηθική στάση απέναντι στη σήψη και την παρακμή του καθημερινού της περιβάλλοντος.
Αυτά τονίστηκαν μεταξύ άλλων στην εκδήλωση που οργάνωσαν το Megaron plus και οι εκδόσεις «Κέδρος» στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών την Πέμπτη με μια διπλή αφορμή: τη συμπλήρωση είκοσι χρόνων από τον θάνατο του Αλ. Κοτζιά και την επανέκδοση κατά τη διάρκεια του 2012 του μυθιστορήματός του «Φανταστική περιπέτεια» (1986).
 
Μυθιστοριογράφος, κριτικός, δοκιμιογράφος, μεταφραστής και δημοσιογράφος, ο Αλ. Κοτζιάς (1926-1992) συνεργάστηκε με τις εφημερίδες «Μεσημβρινή» και «Το Βήμα» και υπήρξε ο εμπνευστής της «Φιλολογικής Καθημερινής». Έγινε ένας από τους σημαντικότερους πεζογράφους της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς με τα μυθιστορήματά του «Πολιορκία» (1953), «Ο γενναίος Τηλέμαχος» (1972) και «Αντιποίησις αρχής» (1979), που επαινέθηκαν κατ’ επανάληψη από την κριτική.
 
Στην εκδήλωση του Μεγάρου, που είχε τίτλο «Είκοσι χρόνια μετά. Γράφοντας χθες για το επώδυνο σήμερα», οι ομιλητές εξέτασαν όχι μόνο τη θεματογραφία αλλά και τις τεχνικές που χρησιμοποίησε στο έργο του ο Αλ. Κοτζιάς, υπογραμμίζοντας πως στις σημερινές συνθήκες μοιάζει περισσότερο επίκαιρος από ποτέ.
 
«Όταν δημοσίευσε την "Πολιορκία", το πρώτο μυθιστόρημά του, ο Αλ. Κοτζιάς ήταν μόνο 27 ετών, αλλά είχε ψηθεί στο καμίνι της εποχής του και κατάφερε να αποκαλύψει τη σκοτεινή μήτρα από την οποία προήλθε ο Εμφύλιος» παρατήρησε η Μάρω Δούκα, συμπληρώνοντας πως η ίδια διδάχτηκε πολλά στη συγγραφική της δουλειά από την άρνησή του να διακρίνει μεταξύ καλών αριστερών και κακών δεξιών και τανάπαλιν. «Η "Πολιορκία"» υπογράμμισε η Μ. Δούκα «διαθέτει σκοπίμως υποφωτισμένους ήρωες, υποβλητικούς διαλόγους, δεξιοτεχνικούς εσωτερικούς μονολόγους και ολοζώντανους χαρακτήρες».

Στην «Πολιορκία» ο Αλ. Κοτζιάς πέτυχε να συνδυάσει τον καταιγιστικό ρεαλισμό του με την αλληγορία και το παράλογο και να πείσει πως η άλωση του κεντρικού του ήρωα δεν είναι μόνο εξωτερική αλλά και εσωτερική. «Πρόκειται για ένα βιβλίο» κατέληξε η Μ. Δούκα «που άγγιξε το ρευστό μάγμα της εποχής του, επιτρέποντάς του να εξαπλωθεί και στο κατοπινό έργο του συγγραφέα».

«Ένα διπλό μοτίβο διαπερνά το σύνολο της πεζογραφίας του Αλ. Κοτζιά: η φρικίαση από την κατάρα του ελληνικού άχθους και ταυτοχρόνως η υπέρβασή της μέσω της τέχνης». Υιοθετώντας ένα τέτοιο ερμηνευτικό σχήμα, η Μαρία Ρώτα, λέκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ανέφερε ότι μπορεί οι αντιήρωες του Αλ. Κοτζιάς να απηχούν με τη μοχθηρία και τη μιζέρια τους τη νεοελληνική συνθήκη, αλλά «οι δευτερεύοντες χαρακτήρες του αφήνουν κάποιο φως για ηθική ελευθερία και αναζητούν τρόπους διαφυγής από την καταπιεστική πραγματικότητα».
 
Την πολιτική λειτουργία και σημασία του «Γενναίου Τηλέμαχου» ανέδειξε από τη μεριά της η Βενετία Αποστολίδου, αναπληρώτρια καθηγήτρια Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο: «Ο "Γενναίος Τηλέμαχος" είναι ένα συνθετικό, δαιδαλώδες και πολύπτυχο μυθιστόρημα: ένα μυθιστόρημα που παρακολουθεί τον τρόπο με τον οποίο θα καταστραφεί μετά το τέλος του Εμφυλίου μια οικογένεια που ενώ προπολεμικά ζούσε μέσα στην τάξη και την ευπρέπεια μεταπολεμικά παραδόθηκε στον εύκολο πλουτισμό και τον αχαλίνωτο ηδονισμό. Ο ρόλος που παίζει εδώ η κυριαρχία του κοινωνικού και του οικονομικού συστήματος είναι τεράστιος. Όσοι θα προσπαθήσουν να απομακρυνθούν από το σύστημα και να το αντιστρατευτούν, θα αποτύχουν εντελώς ενώ και οι συγκρούσεις που θα λάβουν χώρα εντός του συστήματος (τα διλήμματα, οι παγίδες και οι αντιφάσεις που θα αντιμετωπίσουν οι ήρωες) θα δείξουν ότι η παρουσία του είναι ανυποχώρητη και νομοτελειακή. Ο "Γενναίος Τηλέμαχος" συνιστά υπό μια έννοια το μυθιστόρημα της διαπλοκής, αποδεικνύοντας ότι κάθε αγώνας εναντίον του συστήματος είναι μάταιος. Και στο σημείο αυτό βλέπουμε να αναδεικνύεται η υπαρξιακή διάσταση του πολιτικού μυθιστορήματος».
 
«Η κριτική και το δοκίμιο δεν ήταν πάρεργα για τον Αλ. Κοτζιά» επισήμανε από την πλευρά του ο Γιάννης Παπαθεοδώρου, επίκουρος καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων: «Ο Αλ. Κοτζιάς συνέβαλε με τη δημοσιογραφική του ιδιότητα στην επαγγελματοποίηση του κριτικού λόγου, επιμένοντας εκ παραλλήλου ότι είναι απαραίτητο να επανερμηνεύσουμε την παράδοση, ότι η γραφή δεν αποτελεί θεϊκή έμπνευση αλλά κοπιώδη διαδικασία και ότι η τεχνική αποτελεί μια διαρκή πάλη με την υλικότητα του λόγου. Αν το επιτήδειο ψέμα της λογοτεχνίας είναι η αλήθεια για τον κόσμο που μας περιβάλλει, η λογοτεχνική κριτική δεν μπορεί παρά να αφουγκράζεται και να απαντά στα ερωτήματα του καιρού της. Η κριτική για τον Κοτζιά είναι μια διαδικασία ανάσχεσης της λήθης».
 
Κλείνοντας τη βραδιά, ο Ηλίας Μαγκλίνης, δημοσιογράφος και συγγραφέας, υπογράμμισε πως ο Αλ. Κοτζιάς δημιούργησε μια τοιχογραφία της νεώτερης Ελλάδας προβλέποντας το σήμερα. «Εκείνο που πρωτίστως έδειξε ο Αλ. Κοτζιάς» σημείωσε ο Ηλ. Μαγκλίνης «είναι η υπαρξιακή άβυσσος στην οποία θα οδηγήσει ο διχασμός της κοινωνίας, του έθνους και του ατόμου».

Τη συζήτηση επιμελήθηκε και συντόνισε η Έλενα Χουζούρη, συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας.