Αυλαία σήκωσε χθες βράδυ το Φεστιβάλ Αθηνών, με την «Πρώτη Ύλη» του Δημήτρη Παπαϊωάννου να χειροκροτείται θερμά από τους θεατές. Παρά τη βροχή, το κοινό του Φεστιβάλ δεν αποθαρρύνθηκε και γέμισε από νωρίς όλους τους χώρους της Πειραιώς 260, όπου φιλοξενούνται οι εκδηλώσεις.
Πέρυσι «έμεναν έξω 50 με 100 άτομα κάθε βράδυ», έλεγε ο Γιώργος Λούκος στη συνέντευξη Τύπου για το Φεστιβάλ Αθηνών. Αφού ταξίδεψε σε θέατρα και χώρους τέχνης ανά τον κόσμο, η παράσταση επιστρέφει στο σημείο εκκίνησής της. Έτσι, η «Πρώτη Ύλη» του Δημήτρη Παπαϊωάννου επαναλαμβάνεται φέτος, και μάλιστα ήταν αυτή που επιλέχθηκε για να ανοίξει χθες το πρόγραμμα της Πειραιώς 260. Φέτος με νέο συμπρωταγωνιστή, τον Μιχάλη Θεοφάνους σε μια εκδοχή πιο ωμή, αλλά και πιο πλούσια από τις εμπειρίες μιας χρονιάς.

Η «Πρώτη Ύλη» είναι ένα έργο που επιχειρεί τη μέγιστη ενεργοποίηση της φαντασίας, με τα λιγότερα δυνατά μέσα. Η παράσταση θεωρείται η επιστροφή του Δημήτρη Παπαϊωάννου στην αντικομφορμιστική λογική της περφόρμανς, όταν με βασικό εργαλείο μόνο το σώμα ξεκινούσε, το 1986, μια συνομιλία ανάμεσα στα εικαστικά και στον χορό.
«Η παράσταση αυτή επεξεργάζεται τον εαυτό της, έτσι ώστε να γίνει λιγότερο «μαγειρεμένη». Πιο ωμή. Πρόκειται για ένα ντουέτο. Έχω άλλον «συμπαίκτη» φέτος. Νομίζω πως, όπως συμβαίνει μερικές φορές με τα έργα που φτιάχνω, δουλεύοντας το, το κατάλαβα περισσότερο και το οδήγησα πιο κοντά στον εαυτό του», λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Δημήτρης Παπαϊωάννου.

Και συμπληρώνει: «Αισθάνομαι ότι είναι σαφέστερο, πιο αστείο, πιο τραχύ και πιο εναγώνιο. Στην παράσταση αγωνίζεται κανείς να καταλάβει τον συσχετισμό τού νου του με τη φύση του. Μέσα στο δικό μου μυαλό, αυτά τα δύο σώματα είναι ένα. Αλλά αυτό το παραμύθι λέγεται μέσα σε μία μυθοπλασία ενός εργαστηρίου, ενός δημιουργού που δημιουργεί ένα έργο, και δεν ξέρουμε αν είναι ένας ταχυδακτυλουργός με το δημιούργημά του, ένας ζωγράφος, ένας γλύπτης, ή αν είναι ένας μάγος με την αρκούδα του ή ο Θεός με τον Αδάμ. Όλα αυτά είναι για να παίζουν τα μάτια και το μυαλό και να φτάνουμε σε ένα επίπεδο να αναρωτιόμαστε για την ίδια μας τη φύση και για τον ίδιο μας τον εαυτό, όπως αναρωτιέμαι και εγώ».

Οι «ανατροπές» αρχίζουν πριν από την έναρξη της παράστασης με τον ίδιο τον δημιουργό να εκτελεί καθήκοντα οικοδεσπότη στο γκαράζ του Φεστιβάλ Αθηνών, «τσεκάροντας» τα εισιτήρια των θεατών και καλωσορίζοντάς τους στην «Πρώτη Ύλη».

Μία εξέδρα, ένας κουβάς, μια μεγάλη ξύλινη επιφάνεια, μια μικρότερη, μαύρη, ένα τραπέζι, μια καρέκλα, ένα σκαμπό, ένα μικρόφωνο. Με αυτά τα απλά υλικά έφτιαξε ο Δημήτρης Παπαϊωάννου την παράσταση, με την οποία επέλεξε να επιστρέψει στη σκηνή μετά από 10 χρόνια. Φωτισμοί στοιχειώδεις, χωρίς καθόλου μουσική με μόνη εξαίρεση τους "σκόρπιους" ήχους που ξεπηδούν από τη δραματουργία σαν άλλες κινήσεις σωμάτων.

Για μία ώρα και είκοσι λεπτά το κοινό προσηλωμένο παρακολουθεί γοητευμένο, τη μυθολογία ενός εργαστηρίου, στο οποίο ο δημιουργός αναμετριέται με το δημιούργημά του.

Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου ντυμένος με μαύρο κοστούμι σ΄ένα ενδιαφέρον κοντράστ με την αδαμιαία περιβολή του συμπρωταγωνιστή του. Οι δύο άντρες πορεύονται παράλληλα, μπλέκουν με κινήσεις απίστευτης λεπτομέρειας, ακρίβειας και αισθητικής τα σώματά τους, «περνώντας» συχνά ο ένας μέσα από τον άλλο, σαν μέρη μιας τοιχογραφίας που δεν μπορούν να βρουν τη «σωστή» τους θέση. Ο δημιουργός κρατάει στα χέρια του την «πρώτη ύλη», το δημιούργημά του. Οι ρόλοι εναλλάσσονται σε μία αφηγηματική ροή, που ξεκλειδώνει τη φαντασία και επιτρέπει στους θεατές συνειρμούς. Ο διάλογος διαρκής, κάποτε με χιούμορ, με σαρκασμό, κάποτε με ένταση και δυσκολίες. Στο τέλος, μοιάζει σαν τα δύο σώματα να γίνονται ένα.

Η παράσταση θα παίζεται έως και τις 23 Ιουνίου και από τις 27 Ιουνίου έως τις 14 Ιουλίου (ώρα 21.00, εκτός Δευτέρας Τρίτης, Τετάρτης).