Τριάντα ένα χρόνια πέρασαν και ο "Αρχάγγελος της Κρήτης" όπως τον αποκαλούν ο Νίκος Ξυλούρης ή Ψαρονίκος, συνεχίζει να υπάρχει.

Σαν σήμερα 8 του Φλεβάρη 1980 στο καλύτερο ίσως σημείο της καριέρας του, ο Νίκος αντάμωσε με την επάρατη, με το κακό -όπως λένε στην Κρήτη- με τον καρκίνο.

Μετά από σύντομο αλλά μεγάλο και δύσκολο αγώνα, μετά από πολλαπλές εγχειρήσεις και ταλαιπωρία ο Αρχάγγελος έχασε τη μάχη εκεί στο Αντικαρκινικό Νοσοκομείο Πειραιώς.

Τα Ανώγεια, το ηρωικό αυτό χωριό του Μυλοποτάμου, με τους ανθρώπους του πνεύματος, των αγώνων, του πολιτισμού και της μουσικής, έλαχε να είναι η πατρίδα, ο τόπος όπου ο Νίκος Ξυλούρης 7 Ιουλίου 1936 θα γεννιόταν και θα ζούσε.

Εκεί, στο ορεινό χωριό του Ρεθύμνου μια ολόκληρη οικογένεια με μουσική παράδοση και πολλούς λυράρηδες, ανέθρεψε τον Νίκο και τα αδέρφια του στα δύσκολα χρόνια λίγο πριν και αμέσως μετά τον πόλεμο. Μαζί με τα αδέλφια του που είναι επίσης γνωστοί μουσικοί της Κρητικής μουσικής, τον Αντώνη Ξυλούρη (Ψαραντώνης) και το Γιάννη Ξυλούρη (Ψαρογιάννης) στα πέντε του χρόνια, που οι Γερμανοί έκαψαν το χωριό τα Ανώγεια (13 Αυγούστου του 1941) έφυγαν σε άλλο τόπο, αλλά πάλι στον Μυλοπόταμο.

Τρία χρόνια μετά, στην απελευθέρωση, τα Ανώγεια άρχισαν και πάλι να ζωντανεύουν. Η οικογένεια Ξυλούρη, ο Νίκος, επιστρέφουν όλοι και μέσα στην φτώχεια προσπαθούν να ανασυντάξουν δυνάμεις και τις ζωές τους. Οι γονείς αποφασίζουν να στείλουν τον μικρό Νίκο στην πρωτεύουσα, στο Ηράκλειο, μπας και μάθει γράμματα, να φτιάξει η ζωή του.

Όμως ήδη ο Νίκος Ξυλούρης είχε αρπάξει τη λύρα του. Ήταν 10 ετών. Δέθηκε με το όργανο στο οποίο είχε γίνει από μικρός ο γητευτής του, εκείνο που τον οδήγησε από πιτσιρικά να κερδίζει κάποια χρήματα από εκδηλώσεις, γάμους και βαφτίσια. Μάλιστα σε ηλικία 17 ετών ξεκίνησε στο Ηράκλειο πια να παίζει στο γνωστό της εποχής κέντρο διασκέδασης το ΚΑΣΤΡΟ.

Μόνος, έχοντας αναλάβει όλα τα έξοδα για την επιβίωση του σε μία Κρήτη μετακατοχική, μεταπολεμική, ο Νίκος Ξυλούρης ρουφάει τη ζωή, γεμίζει εμπειρίες, διοχετεύει την ενέργεια του στις 3 χορδές της Λύρας, ακούει τους δασκάλους του, κινείται έξυπνα ακολουθώντας τη μόδα της εποχής όπου τα ακούσματα τα μουσικά ήταν βαλς, ρούμπες και ταγκό και σιγά σιγά το όνομα του αλλά και η προσωπικότητα του αρχίζουν να ξεχωρίζουν, να γίνεται γνωστός και αναγνωρίσιμος.

Είναι η εποχή που γνωρίζει και την Ουρανία του, τη γυναίκα που όπως ο ίδιος έλεγε λάτρεψε έτσι απλά. Την Ουρανία Μελαμπιανάκη, η οποία λόγω καταγωγής δεν μπόρεσε να μιλήσει με τον Νίκο για πολλούς μήνες.

Όλα αυτό το διάστημα πως ο Νίκος Ξυλούρης οργάνωνε καντάδες και μέσα από τη διαδικασία αυτή του έρωτα και της επαφής, την κλέβει και την παντρεύεται χωρίς κανείς να γνωρίζει το παραμικρό.

Η καριέρα του Νίκου δεν έχει σταματήσει. Στην οικογένεια του πια, έρχονται δύο παιδιά (Γιώργης και Ειρήνη ή Ρηνιώ), έρχονται ταξίδια, μουσικές περιπλανήσεις, διαγωνισμού, δισκογραφία.

Γρήγορα όλη η Ελλάδα μιλάει για τον Νίκο Ξυλούρη. Η γνωριμία του με ανθρώπους του πνεύματος και της μουσικής, η καλή του σχέση με Μαρκόπουλο και Ξαρχάκο, δημιούργησαν ένα πεδίο μουσικό το οποίο σε συνάρτηση με τις δύσκολες πολιτικά εποχές (1969 - 1972) έφεραν το Νίκο Ξυλούρη να σφραγίζει τη σχέση του με όλους πλέον τους Έλληνες, και να καταγράφεται στο υποσυνείδητο τους ως ο προάγγελος της Δημοκρατίας, ο αητός της Κρήτης, ο Αρχάγγελος.

Ο Νίκος Ξυλούρης από το 1958 με το τραγούδι του "Μια μαυροφόρα που περνά" έως και το 2005, 25 χρόνια δηλαδή μετά το θάνατο του, με το δίσκο "Του Χρόνου Τα Γυρίσματα" υπήρχε και υπάρχει δισκογραφικά. Είναι ο μουσικός, ο καλλιτέχνης, ο άνθρωπος, ο Ανωγειανός εκείνος, που σήκωσε στην πλάτη του με την ερμηνεία του στα Τραγούδια "Πότε θα κάμει ξαστεριά" και "Αγρίμια κι Αγριμάκια μου", την ανάγκη ενός ολόκληρου λαού να μιλήσει ελεύθερα, να κυκλοφορήσει και να σκεφτεί με σύντροφο τη Δημοκρατία.