Μία θεατρική-πιανιστική ερμηνεία με τίτλο «Η πιανίστα με τη στρυχνίνη» σε ηχοτοπία του Δημήτρη Ανδρικόπουλου, θα έχει την ευκαιρία ν' απολαύσει το κοινό του Μεγάρου Μουσικής, από την διακεκριμένη πιανίστα Λορέντα Ράμου, αυτήν την Παρασκευή (18/2) στην Αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος».

Ως πιανίστα με τη στρυχνίνη, η πολύπλευρη καλλιτέχνις θα αποδώσει θεατρικά με απρόσμενες ερμηνείες, πειραματισμό και αντισυμβατική έκφραση σε πανελλήνια πρώτη τα έργα των: Dmitri Kourliandski, Jack Body, Jacob ter Veldhuis και Frederic Rzewski. Θα ερμηνεύσει επίσης συνθέσεις των: Cathy Berberian και John Cage, ενώ θα παρουσιάσει σε πρώτη εκτέλεση τη σύνθεσή της "Πρελούδια" για σιωπηλό πιανίστα.

Η Λορέντα Ράμου, έχοντας πίσω της μία σειρά διακρίσεων και υποτροφιών, καθώς και συνεργασιών με Έλληνες και ξένους επιφανείς μουσικούς, επέλεξε να ασχοληθεί ιδιαίτερα με την σύγχρονη μουσική.

Το ρεπερτόριό της εκτείνεται από τον Μπαχ και τον Μότσαρτ μέχρι τα happenings του κινήματος Fluxus και τα έργα με ηλεκτρονικά των τελευταίων ετών, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην προβολή του ελληνικού ρεπερτορίου. Η σύνθεση των προγραμμάτων της, που έχει πάντα μια πρωτότυπη θεματολογία στην οποία συχνά συμβάλλει και η προβολή βίντεο, έχει επαινεθεί ιδιαίτερα από την κριτική.

Μέσα από έναν τίτλο που παραφράζει αυτόν του έργου «Η κυρία με τη στρυχνίνη» του πρόωρα χαμένου συνθέτη Γιάννη Χρήστου, η πιανίστα, περφόρμερ και συνθέτης Λορέντα Ράμου επιχειρεί να δώσει στον ακροατή ένα έναυσμα ώστε ο τελευταίος να μοιραστεί μαζί της την εμπειρία ενός ιδιαίτερου ηχοθεάματος με μία κινησιολογική-θεατρική διάσταση. Να την ακολουθήσει στην εξερεύνηση μουσικών μονοπατιών που χάραξαν τα τελευταία 70 χρόνια γνωστοί -αλλά και λιγότερο γνωστοί- σύγχρονοι συνθέτες.

Σ' αυτό το ταξίδι, η ομιλία, το τραγούδι και η σκηνική παρουσία του εκτελεστή αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της σύνθεσης. Όσο για τη σχέση της με το έργο του Χρήστου, η Λορέντα Ράμου διευκρινίζει ότι στην «Πιανίστα με τη στρυχνίνη» έχει κρατήσει μια παρόμοια θεατρική αρχή και την ιδέα ότι η συγκεκριμένη ουσία δεν είναι ένα θανατηφόρο δηλητήριο αλλά ένα παραισθησιογόνο που αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο βλέπει κανείς τα πράγματα.

Η «Πιανίστα με τη Στρυχνίνη» είναι ο γενικός τίτλος της παράστασης υποδηλώνοντας ότι τα έργα που θα παρουσιαστούν έχουν και μια θεατρική διάσταση και ότι μάλλον κάτι παράξενο θα συμβεί στο πιάνο. Συγχρόνως είναι και ο τίτλος του δικού μου έργου που θα παρουσιαστεί τελευταίο, ο οποίος είναι αρκετά αυτοειρωνικός και υποδηλώνει μία προσωπική αναφορά. Το έργο έχει να κάνει με την προσωπική σχέση μίας πιανίστας με το πιάνο που αρχίζει να το χρησιμοποιεί με άλλο τρόπο, να το βλέπει τελείως διαφορετικά από ότι συνήθως το βλέπουμε και καταλήγει να θέλει να χρησιμοποιήσει τη στρυχνίνη στο όργανο, για να το δηλητηριάσει, να το αποχαιρετήσει» αναφέρει μιλώντας στο ΑΠΕ/ΜΠΕ η Λορέντα Ράμου.

«Στην παραστάση κυριαρχεί μία διάθεση να δοθεί μία άλλη διάσταση στο πιάνο και όλα τα έργα τα οποία θα παρουσιαστούν σε αυτήν έχουν και μία θεατρική υπόσταση. Αυτό επίσης έχει να κάνει και με μία διαφορετική τεχνική από την πλευρά του performer, γιατί πρέπει να δουλεύει κανείς και την φωνή και το σώμα του, δεν είναι μόνο πιανιστική η δεξιοτεχνία δηλαδή, αλλάζει και ο όρος της δεξιοτεχνίας που χρησιμοποιεί κανείς σε μία τέτοιου είδους παράσταση» συνεχίζει.

Σε ό,τι αφορά το πρόγραμμα της παράστασης η Λορέντα Ράμου αναφέρει πως τα έργα των συνθετών που θα παίξει εκτός από το δικό της, είναι έργα τα οποία έχουν ξαναπαιχτεί εκτός Ελλάδας. «Το δικό μου έργο είναι μία σειρά σκηνικών δράσεων, στις οποίες δεν παίζω καθόλου πιάνο, αλλά κάνω διάφορα πράγματα με το πιάνο, και αυτό αλλάζει μορφές. Αλλάζει δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο βλέπουμε το πιάνο, καθώς περνά από μια σειρά σκηνικών μεταμορφώσεων. Σε κάθε μία από αυτές τις δράσεις το πιάνο μεταμορφώνεται σε κάτι διαφορετικό και αυτό γίνεται με κάποια αντικείμενα τα οποία χρησιμοποιώ και με τα συμφραζόμενα μίας ιστορίας η οποία θα δούμε ότι εξελίσσεται» καταλήγει.

Τα ηχοτοπία του έργου είναι του Δημήτρη Ανδρικόπουλου, ο οποίος ανέλαβε επίσης τη σκηνοθεσία και είχε την επιμέλεια για την τελική δομή του έργου, από κοινού με την Λορέντα Ράμου. Στην «Πιανίστα με τη στρυχνίνη» συμμετέχει επίσης η ηθοποιός Ειρήνη Ταρούση, ενώ η επιμέλεια κίνησης είναι του Νίκου Λυμπεράτου.

Στο δεύτερο μέρος της παράστασης, οι NotQuiteRightEnsemble ερμηνεύουν το «...And the Tree was Happy» , ένα έργο βασισμένο στην ιστορία του του Αμερικανού συγγραφέα και σκιτσογράφου Shel Silverstein «The Giving Tree», σε μουσική σύνθεση της Δήμητρας Τρυπάνη.

Μελετώντας τα όρια και τις σχέσεις ανάμεσα στον ήχο και τη γλώσσα, και αναζητώντας μέσα από ηχητικές δράσεις τη δημιουργία οπτικών στιγμών, οι NQR Ensemble επιχειρούν έναν διάλογο με την ιστορία του Silverstein. Στην ιστορία αυτή ένα δέντρο και ένα αγόρι κάνουν παρέα. Καθώς ο καιρός περνά, το αγόρι μεγαλώνει, αλλάζει, ζητάει. Το δέντρο μεγαλώνει, δεν αλλάζει. Αυτή η σχέση και οι αμφιλεγόμενες ισορροπίες της, έδωσαν το θέμα και τον άξονα της παράστασης.

Όπως σημειώνουν στο κείμενό τους για την παράσταση, οι Not Quite Right Ensemble, μέσα από το έργο αυτό που μοιάζει με παζλ, «μελετούν τα όρια και τις σχέσεις ανάμεσα στον ήχο και τη γλώσσα και αναζητούν μέσα από ηχητικές δράσεις τη δημιουργία οπτικών στιγμών. Στη μουσική κυριαρχεί η πολυρρυθμία, τα όργανα συγκροτούν με τις φωνές ένα αδιάσπαστο σύνολο, μέσα στο οποίο δεν υπάρχουν σολιστικές λογικές. Η γλώσσα αντιμετωπίζεται πέρα από το νόημά της ως ήχος ισότιμος με τις νότες των οργάνων. Τα συναισθήματα κινούν τις ηχητικές δράσεις και κινούνται από αυτές, παρασύροντας τον θεατή να παρακολουθήσει το έργο με τις αισθήσεις του».

Υπό την διεύθυνση του Δημήτρη Μαραγκόπουλου, την Δήμητρα Τρυπάνη (κρουστά) και τις Τατιάνα Μπρε και Δήμητρα Παπασταύρου (φωνές) θα πλαισιώσει μία ομάδα ταλαντούχων μουσικών. Στο νέυ ο Χάρης Λαμπράκης, στη φλογέρα η Ισμήνη Παπαθανασίου, στο τσέμπαλο η Κατερίνα Μιχοπούλου, στο βιολί ο Διονύσης Βερβιτσιώτης και στο τσέλο ο Τάσος Μισυρλής. Την σύνθεση του ηλεκτροακουστικού υλικού κομματιού έχει αναλάβει η Ευγενία Σερέτη ενώ οι Jamie Crabb & Andrey Albert δανείζουν την φωνή τους συμμετέχοντας φιλικά.

Η παράσταση εντάσσεται στον κύκλο «Σύγχρονοι Περφόρμερ»της Σειράς «Γέφυρες» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών.