O Νίκος Καζαντζάκης ήταν ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς του αιώνα που πέρασε, υπήρξε και ο πιο πολυμεταφρασμένος αφού η φήμη του πέρασε τα σύνορα της Ελλάδας.Γεννήθηκε το 1883 και πέθανε στις 26 Οκτωβρίου του 1957.

Μυθιστοριογράφος, ποιητής και θεατρικός συγγραφέας, έμεινε στην ιστορία κυρίως για τα έργα του «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται», «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» και «Ο Τελευταίος Πειρασμός» (έγιναν και επιτυχημένες ταινίες).

Το 1914 ήρθε σε επαφή με το έργο του Δάντη, τον οποίο ο ίδιος χαρακτηρίζει στα ημερολόγια του ως έναν από τους δασκάλους του, μαζί με τον Όμηρο και τον Μπεργκσόν.

Το 1919 ο Ελευθέριος Βενιζέλος διόρισε τον Καζαντζάκη Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Περιθάλψεως, έχοντας ως αποστολή τον επαναπατρισμό Ελλήνων από την περιοχή του Καυκάσου. Oι εμπειρίες που αποκόμισε αξιοποιήθηκαν αργότερα στο μυθιστόρημα του «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται».

Επίσης εργάστηκε κατά διαστήματα ως ανταποκριτής σε εφημερίδες.

Προτάθηκε τρεις φορές για το Βραβείο Νόμπελ ενώ διορίστηκε στην UNESCO, αναλαμβάνοντας ως αποστολή, την προώθηση μεταφράσεων κλασικών λογοτεχνικών έργων, με απώτερο στόχο την γεφύρωση των διαφορετικών πολιτισμών.

Το 1954 η Ιερά Σύνοδος με έγγραφό της ζητούσε από την κυβέρνηση την απαγόρευση των βιβλίων του. Τελικά, ο Καζαντζάκης δεν αφορίστηκε αλλά η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδας τον καταράστηκε.

Ανάμεσα στα έργα του ξεχωρίζουν επίσης τα μυθιστορήματα: «Ο καπετάν Μιχάλης» (1953),  «Ο Φτωχούλης του Θεού» (1956), «Αναφορά στον Γκρέκο» (1961) , «Οι αδερφοφάδες. θέλει, λέει, να 'ναι λεύτερος, σκοτώστε τον!» (1963) και «Συμπόσιον» (1971) όπως επίσης και οι μεταφράσεις του στα έργα «Ιλιάδα», «Ομήρου Οδύσσεια», «Θεία Κωμωδία», «Φάουστ» και «Αγιος Φραγκίσκος της Ασίζης» του Joergensen.

Στον τάφο του Καζαντζάκη, μετά από απαίτηση του ιδίου, χαράχθηκε η επιγραφή: «Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβάμαι τίποτα, είμαι λέφτερος».