Το έργο ενός σπουδαίου ζωγράφου, του Ιωάννη Αλταμούρα, ο οποίος, όπως πιστεύεται σήμερα, αν δεν είχε πεθάνει σε ηλικία μόλις 26 ετών, θα εξελισσόταν σε έναν από τους κορυφαίους της Ελλάδας, πρόκειται να παρουσιάσει το Μουσείο Μπενάκη στα τέλη Μαρτίου.

Με τη μεγάλη αναδρομική έκθεση «Ο θαλασσογράφος Ιωάννης Αλταμούρας- Η ζωή και το έργο του» το Μουσείο επανασυστήνει ουσιαστικά στο ελληνικό κοινό τον καλλιτέχνη μέσα από πίνακες, ιστορικά έγγραφα και προσωπικά αντικείμενα του ίδιου και της οικογένειάς του. Την έκθεση επιμελείται η κυρία Ελένη Κυπραίου, η οποία εργάστηκε για χρόνια προκειμένου να συγκεντρώσει όλο αυτό το υλικό.

Γιος μιας σπετσιώτισσας αρχοντοπούλας, της Ελένης Μπούκουρα-Αλταμούρα, και ενός ιταλού ζωγράφου και επαναστάτη, του Φραντσέσκο Σαβέριο Αλταμούρα, ο Ιωάννης Αλταμούρας (Ιταλία 1852- Σπέτσες 1878) άφησε πίσω του λίγα αλλά εξαιρετικά έργα. Πρόκειται κυρίως για θαλασσογραφίες οι οποίες αποκαλύπτουν μεγάλο ταλέντο, τουλάχιστον ισάξιο του άλλου θαλασσογράφου του 19ου αώνα, του Κωνσταντίνου Βολανάκη. Χαρακτηριστικό είναι μάλιστα ότι τη χρονιά που πέθανε δύο από τα έργα του- πολεμικές θαλασσογραφίες-, «Η πυρπόληση της πρώτης οθωμανικής φρεγάτας στην Ερεσό από τον Παπανικολή» και «Η ναυμαχία του ναυάρχου Μιαούλη εναντίον δύο οθωμανικών φρεγατών στην είσοδο της Πάτρας», παρουσιάστηκαν στη Διεθνή Εκθεση του Παρισιού, ενώ μία ακόμη θαλασσογραφία του παρουσιάστηκε στη Διεθνή Εκθεση της Ρώμης, πολύ αργότερα, το 1911. Οι τεχνοκριτικοί κατατάσσουν συνήθως τον Αλταμούρα στην ακαδημαϊκή «Σχολή του Μονάχου», πολλοί όμως είναι εκείνοι που οδηγούμενοι από τη φωτεινότητα των έργων του, τον ανοιχτό ορίζοντα και την κίνηση βλέπουν ότι είχε ήδη στραφεί προς τον ιμπρεσιονισμό.

Τα πρώτα μαθήματα ζωγραφικής έλαβε από τη μητέρα του, επίσης σπουδαία ζωγράφο, η οποία είχε σπουδάσει στην Ιταλία. Εκείνος σπούδασε στη Σχολή των Τεχνών (όπως λεγόταν τότε η Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών) κοντά στον Νικηφόρο Λύτρα και στη συνέχεια με υποτροφία του βασιλιά Γεωργίου Α΄ συνέχισε τις σπουδές του στην Κοπεγχάγη κοντά στον Καρλ Φρέντερικ Σόρενσεν. Το 1875 μάλιστα έστειλε από την Κοπεγχάγη στην έκθεση των Ολυμπίων στην Αθήνα το έργο του «Το λιμάνι της Κοπεγχάγης», για το οποίο τιμήθηκε με αργυρό μετάλλιο β΄ τάξεως.

Η συνέχεια όμως υπήρξε δραματική: στην Αθήνα, όπου επανήλθε, προσβλήθηκε από φυματίωση και πέθανε, ενώ λίγα χρόνια νωρίτερα είχε πεθάνει από την ίδια ασθένεια και η αδελφή του Σοφία. Τα γεγονότα αυτά οδήγησαν την Ελένη Μπούκουρα-Αλταμούρα σε νευρικό κλονισμό και στην τρέλα, με αποτέλεσμα να κάψει τα δικά της έργα της- διασώθηκαν ελάχιστα. Για αυτούς ακριβώς τους λόγους η έκθεση δεν περιορίζεται στον Ιωάννη Αλταμούρα αλλά επεκτείνεται σε όλη την οικογένειαστην οποία μάλιστα υπήρχε και τρίτο παιδί, ο Αλέξανδρος, ζωγράφος και αυτός αλλά μικρότερης εμβέλειας.