Μπορεί η φρίκη να γίνει λογοτεχνία; Ναι. Μπορεί. Όταν η πέννα είναι του Έντγκαρ Άλαν Πόε. Μπορεί ο τρόμος, το φανταστικό, το μυστήριο, η περιπέτεια, η σάτιρα του 1800 να αφορά το σήμερα; Ναι. Μπορεί.

Όταν συγγραφέας είναι αυτός ο διαβολεμένος-κατά εχθρούς και φίλους - αμερικανός πεζογράφος και ποιητής. Γι ' αυτό και οι εκδόσεις Μεταίχμιο κυκλοφόρησαν πρόσφατα την έκδοση "Έντγκαρ Άλαν Πόε, 21 ιστορίες και Το Κοράκι", σε μετάφραση της Κατερίνας Σχινά, θεωρώντας ότι πρόκειται για ένα μοντέρνο λογοτέχνη.

Όπως σημειώνει η μεταφράστρια στον κατατοπιστικό της πρόλογο: μέθυσο, διεστραμμένο και ναρκομανή τον χαρακτήρισε στη νεκρολογία του ο άσπονδος φίλος του και εκτελεστής της φιλολογικής διαθήκης του Ρούφους Γκρίζγουολ, μέχρι που υπήρξε ένας Μποντλέρ να τον ανακαλύψει, να τον κατακλέψει-σύμφωνα με τα λόγια του ιδίου - και να τον καθιερώσει στη Γαλλία και από εκεί στον κόσμο όλο.

Τώρα, σε αυτό το βιβλίο των 425 σελίδων, με σκληρό εξώφυλλο και ωραία μετάφραση, ο Έλληνας αναγνώστης έχει τη δυνατότητα να απολαύσει 21 διηγήματα, ( με "επιδόρπιο" το πιο γνωστό του ποίημα), που δημοσιεύθηκαν σε εφημερίδες και θεωρούνται κείμενα -διαμάντια.

Ο μαύρος γάτος: Μια ψυχολογική αφήγηση της ενοχής. Ένας δολοφόνος της γυναίκας του κρύβει με κάθε επιμέλεια το πτώμα της … επιχαίροντας γιατί θα παραμείνει ασύλληπτος. Όμως, καταρρέει όταν προδίδεται από ένα μάτι σαν φωνή της ενοχής μέσα στον κτισμένο τάφο- τοίχο.

Μαρτυριάρα καρδιά: Βασισμένο στην παμπάλαια δεισιδαιμονία ότι όσοι είναι αλλήθωροι, έχουν γυάλινο μάτι η πάσχουν από καταρράκτη, όπως ο γέρος του αφηγήματος, είναι φορείς του κακού. Ο ήρωας αφηγητής μας εξηγεί πως τον διαμέλισε γιατί δεν άντεχε το διαβολικό του μάτι. Αλλά, ενώπιον των αστυνομικών-που νομίζει ότι προσποιούνται πως δεν τον υποπτεύονται- καταρρέει αποκαλύπτοντας την αλήθεια για να απαλλαγεί από τον ήχο της απαίσιας καρδιάς του νεκρού που ακούει να χτυπάει κάτω από το πάτωμα.

Το προσωπείο του Κόκκινου Θανάτου: Συμβολισμός πάνω στο αναπόφευκτο τέλος του ανθρώπου. Ένας πρίγκιπας, για να γλυτώσει από τη φοβερή επιδημία που έχει ρημάξει τη χώρα, κλείνεται με τους ιππότες και τις δέσποινες της Αυλής σε ένα ατέλειωτο μέγαρο όπου όλοι γλεντούν ντυμένοι καρναβαλικά, σίγουροι για τη διάσωσή τους. Ώσπου, έντρομοι ανακαλύπτουν πως η ευθυτενής αποστεωμένη μορφή, που είχε συγκεντρώσει τα χαρούμενα σκέρτσα των συμποσιαστών, ήταν ο χάρος αυτοπροσώπως ,ο οποίος είχε διεισδύσει στη γιορτή να τους κατακυριεύσει.

Στο ίδιο μαγικό μοτίβο κινούνται πάνω και τα υπόλοιπα διηγήματα , κρατώντας αδιάπτωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη για το πώς θα εξελιχθεί η ιστορία. Μιλάμε για μια γραφή με τη χάρη της αμεσότητας, που συνδυάζεται όμως με φιλοσοφικές προεκτάσεις έχοντας πλοκή "αστυνομική".

Ένας Πόε σαρκαστικός, κυνικός, που σου περιγράφει τη φρίκη κάνοντάς σε να χαμογελάς. Που σε συνεπαίρνει με τις απίθανες λεπτομέρειες δολοφονίας και απόκρυψης πτωμάτων και νοιώθεις να πιάνεις τον εαυτό σου συμμέτοχο (αν όχι συνένοχο ).

Για να αποδειχθεί, στο τέλος, πως παίζει λογοτεχνικά με τον φόβο όπως ένα παιδί.

Και βέβαια, μέσα από τις διηγήσεις του ενυπάρχουν βιωματικά στοιχεία, αναμεμειγμένα με το μύθο και με το γοητευτικό αλλόκοτο. Με μια αληθοφάνεια ονείρου και εφιάλτη. Άλλωστε ο Πόε ζούσε όπως έγραφε. Γεννημένος το 1809 στη Βοστώνη από γονείς πλανόδιους ηθοποιούς, ορφάνεψε από νηπιακή ηλικία και μεγάλωσε με πατριό - έναν εύπορο έμπορο στον οποίο οφείλει το όνομα Άλαν.

Όντας μόλις πέντε ετών έγραφε στίχους μεγάλης πρωτοτυπίας. Έζησε στην Αγγλία όπου τελείωσε το σχολείο και μετά επέστρεψε στην Βοστώνη, γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο για να το εγκαταλείψει νωρίς. Συνεργάσθηκε με εφημερίδες και περιοδικά. Παντρεύτηκε την ξαδέρφη του και μετά άλλες δύο γυναίκες. Αφέθηκε στο ποτό και στα τυχερά παιγνίδια. Ζώντας μεταξύ κατάθλιψης και τρέλας προσπάθησε να αυτοκτονήσει.

Πέθανε το 1848 μέσα σε ένα παροξυσμό αλκοολικού παραληρήματος.

Μπορεί η μαύρη απελπισία να γεννήσει τέχνη; Μπορεί! Ο Πόε το αποδεικνύει!