«Μανούλα μου, είμαι αθώος!». Αυτή η σπαρακτική κραυγή ακούστηκε στις 7.06 το πρωί της 16ης Φεβρουαρίου του 1968, στο δάσος του Σεϊχ Σου στη Θεσσαλονίκη, «εις τον συνήθη τόπο των εκτελέσεων», από τον Αριστείδη Παγκρατίδη.

Αμέσως μετά έπεσε νεκρός από τα πυρά του εκτελεστικού αποσπάσματος , καταδικασμένος «τετράκις εις θάνατον» για φόνους και βιασμούς. Αυτή η φωνή στοιχειώνει ακόμη και σήμερα την πόλη.

Ο συγγραφέας Θωμάς Κοροβίνης με το βιβλίο του «Ο γύρος του θανάτου», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις ΑΓΡΑ, τολμά να δώσει ζωή σ΄ αυτή την ιστορία που συγκλόνισε τη δεκαετία του ΄60 ,όταν ένας περιθωριακός της πόλης «αναδείχθηκε» από το αστυνομικό-δικαστικό σύστημα σε φοβερό και τρομερό ληστή και βιαστή. Σε «Δράκο του Σεϊχ Σου». Κι αυτό, παρά την ολοφάνερη έλλειψη στοιχείων, σύμφωνα με τα ρεπορτάζ της εποχής, αλλά και τις κατοπινές έρευνες-βιβλία των δημοσιογράφων Κώστα Παπαϊωάννου και Κώστα Τσαρούχα.

Πρόκειται για ένα, κατά κάποιο τρόπο, -βασισμένο σε ρεπορτάζ-μυθιστόρημα 209 συναρπαστικών σελίδων. Στην αρχή ο συγγραφέας παραθέτει αποσπάσματα από εφημερίδες, καταθέσεις μαρτύρων, εκθέσεις εξέτασης και απολογίας του κατηγορούμενου και την απόφαση του πενταμελούς Εφετείου που τον κρίνει ένοχο . Έτσι, ο αναγνώστης έχει μια σαφή εικόνα για τα λεγόμενα «πραγματικά περιστατικά» .Ακολουθεί η δραματοποίηση μέσω ενός απλού και ευρηματικού τρόπου: Εννιά διαφορετικά πρόσωπα, που γνώρισαν τον «ήρωα» σε διάφορες φάσεις της ζωής του, καταθέτουν στον αναγνώστη τη μαρτυρία τους. Είναι οι αντι-μάρτυρες του συγγραφέα:

Το φιλαράκι από τα παιδικά χρόνια στις αλάνες της Άνω Τούμπας που διηγείται πως «από μικρό τον έκαναν ό, τι ήθελαν». Η παραδουλεύτρα φίλη της μητέρας του που ξενοδούλευε και εκείνη για να ζήσει την οικογένεια αφού ο πατέρας είχε πεθάνει. Ο αχθοφόρος στο λιμάνι , ο οποίος έβλεπε τις κακές φιλήδονες παρέες που «διπλάρωσαν τον μικρό λεβεντόπαιδο». Ο παρακρατικός γείτονας ο οποίος αφηγείται χωρίς συναίσθημα ιστορίες τραμπουκισμού και εκβιασμού του νεαρού μικροκλέφτη . Ο χωροφύλακας δημοκρατικών φρονημάτων να εξομολογείται πως δρούσε το σύστημα παρακολούθησης των πολιτικών αντιπάλων του καθεστώτος με την αόρατη καθοδήγηση των ανωτέρων και στρατολόγηση « φουκαράδων και αλητοπαίδων τύπου Αρίστου». Ο αστός της παραλίας ,που, αφού κάνει μια εθνολογική ανάλυση των κατοίκων της πόλης ,έμπλεος οργής εξιστορεί πως συνέλαβε την υπηρέτριά του σε αλσύλλιο «εις κατάστασιν ερωτικής περιπτύξεως με τον αλιτήριον». Το αφεντικό του που προσέλαβε « το τυραννισμένο από πολλούς φιλότιμο παιδί» στο τσίρκο ως μοτοσικλετιστή στο «γύρο του θανάτου». Η θαμπωμένη από την ομορφιά αρσενική «Λολό» που τον γνώρισε σε ταβέρνα στέκι ζευγαριών .Και , τέλος, τραγουδίστρια Σύλβια η οποία μεταφέρει την τραγική εικόνα του μελλοθάνατου να περνάει το διάδρομο των φυλακών Γεντί Κουλέ και όλοι οι κρατούμενοι στο πόδι να χτυπούν τα κάγκελα γιατί «πήγαιναν για εκτέλεση έναν καρντάσι» τους.

Οι μαρτυρίες είναι δοσμένες με το αντίστοιχο λεξιλόγιο, αναπαριστώντας όχι μόνο την προσωπική ιστορία του Παγκρατίδη, αλλά το κοινωνικό και πολιτικό κλίμα της μετεμφυλιακής Θεσσαλονίκης, όπου το αστυνομικό κράτος των υψηλά ισταμένων βασίστηκε σε χαμηλού επιπέδου τύπους. Ήταν ο θεωρούμενος «καλός κόσμος» που προσέφευγε στις υπηρεσίες του υποκόσμου. Σε ένα τέτοιο κλίμα δεν ήταν δύσκολο να οδηγηθεί ένας 28χρονος περιθωριακός στο εκτελεστικό απόσπασμα, παρ ΄ ότι οι ψίθυροι για το ποιος κανακάρης της υψηλής κοινωνίας ήταν ο δράκος έπαιρναν και έδιναν…

Σήμερα, 43 χρόνια μετά, ο Θωμάς Κοροβίνης , με το νέο «αποδεικτικό» του υλικό - τις καταθέσεις ψυχής που «συνέλεξε» - έρχεται να αθωώσει ένα «νομίμως εκτελεσθέντα». Και το κάνει αυτό, με το δικαίωμα που του δίνει η Λογοτεχνία …