«Τα στοιχειώδη» του Χρήστου Μποκόρου, στο Μουσείο Μπενάκη της Πειραιώς

«Τα στοιχειώδη» του Χρήστου Μποκόρου, στο Μουσείο Μπενάκη της Πειραιώς

«Πώς θα ορθώσουμε το ανάστημά μας απαλλαγμένοι από τα περιττά;» σκέφτεται, ζωγραφίζοντας, ο Χρήστος Μποκόρος κι απ' όλα τα αγαθά, κρατά «Τα στοιχειώδη», στην ομώνυμη έκθεσή του, από σήμερα, στο Μουσείο Μπενάκη της Πειραιώς.

«Τα στοιχειώδη» του Μποκόρου δημιουργούν μια ατμόσφαιρα καθημερινής, λιτής ευημερίας με τα απαραίτητα: λίγο φαΐ, να ευπρεπιστούμε, ένα κατάλυμα, μια πόρτα ανοιχτή, προσδιορίζει ο ζωγράφος.

Το υλικό πάνω στο οποίο ζωγραφίζει «Τα στοιχειώδη» είναι ξύλινα πατώματα από ορεινές γέφυρες. «Είναι τα ορατά περάσματα που εξασφαλίζουν τη μετάβαση και την ανθρώπινη επικοινωνία σε δρόμους δύσβατους. Πάνω τους, η ζωγραφική αντιστέκεται στη ζωή, που μας δαπανά, αδαπάνητη».

Η στενότητα και το μήκος των έργων «επισημαίνουν τη στενότητα και το μήκος της οδού που διαβαίνουμε ως την απέναντι όχθη» στοχάζεται ο ζωγράφος.

Στον δεύτερο όροφο του μουσείου, η αίθουσα χωρίζεται από μια πόρτα ζωγραφισμένη κι από τις δύο πλευρές, με μια κάθετη χαραμάδα φωτός, ανάμεσα στα δύο της φύλλα, υπόμνηση ότι είναι ανοιχτή. Στον έναν χώρο, ξαπλωμένες γυναικείες και ανδρικές παραστατικές φιγούρες, ζωγραφισμένες πάνω σε μακρόστενα σανίδια, φέρνουν στην οπτική αντίληψη εικόνες απλές και έννοιες που, μέσα στον ξέφρενο καταναλωτισμό, έχουν λησμονηθεί. Τον έναστρο ουρανό, επάνω από το κεφάλι, «μια ανάσταση», τη γη κάτω από τα πόδια με ευωδιαστό χαμομήλι, μια τσιγγάνα- σύμβολο των ανθρώπων χωρίς κατάλυμα.

Στη δεύτερη αίθουσα δεσπόζει ένα τρίπτυχο, όπου πάνω στη πρώτη ξύλινη σανίδα βλέπουμε το πράσινο σαπούνι, μια καθαρή άσπρη πετσέτα κι ένα θαμπό καθρεφτάκι (ευπρεπισμός). Στη μεσαία τάβλα, η έννοια της φιλοξενίας και της συντροφιάς συμπυκνώνεται σε δύο πιάτα αθάνατης ελληνικής φασολάδας, με δύο ποτήρια κρασί. Στην τρίτη, το κατάλυμα, ένα κρεβάτι με λευκά σεντόνια και μια κουβέρτα σε χρώμα πορφυρό.

Πρέπει να ξαναβρούμε τα στοιχειώδη, παροτρύνει ο Χρήστος Μποκόρος. «Τα έργα, νομίζω» λέει ο ίδιος «μιλάνε από μόνα τους. Στους καιρούς που ζούμε, με τον ρυθμό της εποχής μας και των αγορών, σωρεύουμε νέα και περιττά πράγματα. Εμείς οφείλουμε να ξαναβρούμε τη συνάφεια με τον ουρανό και τη γη, να ονομάσουμε την ταυτότητά μας». Ακόμα και τις στοιχειώδεις γνώσεις. «Μεγάλωσα στην επαρχία κι όταν θέλαμε να μάθουμε τι καιρό θα κάνει, ανοίγαμε το παράθυρο και μυρίζαμε τον αέρα. Τώρα, για να μάθεις τον καιρό, πρέπει να πατήσεις ένα κουμπί που θα δώσει πληροφορίες».

Η έκθεση θα διαρκέσει έως τις 26 Ιανουαρίου 2014.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο