Το Μουσείο Μπενάκη σε συνεργασία με το Atelier του Σπύρου Βασίλειου παρουσιάζει την έκθεση "Ο Σπύρος Βασιλείου και το θέατρο", η οποία είναι αφιερωμένη στο σκηνογραφικό έργο του ζωγράφου, με αφορμή τη συμπλήρωση 26 χρόνων από το θάνατό του.

Η έκθεση αναδεικνύει τις σημαντικότερες στιγμές της πολύχρονης διαδρομής του ζωγράφου Σπύρου Βασιλείου στο θέατρο (από το 1929 έως το 1984), καθώς και τη συμβολή του ως ένας από τους δημοφιλέστερους καλλιτέχνες της γενιάς του '30 στη διαμόρφωση της μεταπολεμικής σκηνικής αισθητικής.

Στην έκθεση παρουσιάζονται τρισδιάστατες και ζωγραφικές μακέτες, φωτογραφίες και κοστούμια από 44 θεατρικές παραστάσεις και τρεις κινηματογραφικές ταινίες. Παράλληλα υπάρχουν κείμενα των κριτικών της εποχής για το έργο του καλλιτέχνη καθώς και κείμενα του ιδίου, που αφορούν στην κάθε παράσταση. Επιπλέον, σε ένα σπάνιο ακουστικό ντοκουμέντο, το κοινό έχει την ευκαιρία να ακούσει τον ίδιο τον ζωγράφο να μιλά για τη δουλειά του στο θέατρο.

Ως σκηνογράφος στη νεοελληνική σκηνή, ο Σπύρος Βασιλείου ξεκίνησε την πορεία του στο πλάι του Φώτου Πολίτη, o οποίος όταν είδε ένα εξώφυλλο που είχε φιλοτεχνήσει ο Βασιλείου με την μορφή του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη στο περιοδικό "Ελληνικά Γράμματα", λέγεται ότι είπε: «Αυτός είναι σκηνογράφος, θέλω να τον γνωρίσω» και αμέσως του ζήτησε να επιμεληθεί την παράσταση "Τα Κορακίστικα" που σκηνοθετούσε ο ίδιος. Στη συνέχεια ακολούθησαν συνεργασίες με το Σωκράτη Καραντινό, τον Γιώργο Θεοτοκά, τον Γιάννη Τσαρούχη, τον Αλέξη Σολομό, τον Τάκη Μουζενίδη, τον Μάνο Κατράκη, τη Ραλλού Μάνου, και άλλους σπουδαίους εργάτες του θεάτρου. Υπέγραψε συνολικά 127 θεατρικές παραγωγές και ανέλαβε την καλλιτεχνική διεύθυνση σε έξι κινηματογραφικές ταινίες. Κοινό χαρακτηριστικό σε όλες τις παραγωγές του ήταν η διαρκής αναζήτηση του καινούργιου και η απλότητα, η αγάπη για το χρώμα και η χαρά της δημιουργίας ενός νεοελληνικού σκηνογραφικού χαρακτήρα.

«Η σημασία του μπάρμπα Σπύρου όπως τον λέγαμε, ξεπερνάει κατά πολύ την έκταση της ζωγραφικής, του θεάτρου, την έκταση της συμμετοχής στους κοινωνικούς αγώνες , την έκταση της σημασίας που έχει η συνοχή του ανθρώπινου δυναμικού σε ένα τόπο» τόνισε μιλώντας για τον Σπύρο Βασιλείου ο Άγγελος Δεληβοριάς, που συμπλήρωσε: «Ο Σπύρος Βασιλείου διέτρεξε τη δεκαετία του '30 του '40 του '50 του '60 πάντοτε ενεργός και πάντοτε έτοιμος να συμμετάσχει με μία απίστευτα καλή διάθεση, στην υποδοχή απόψεων με τις οποίες δεν συμφωνούσε απαραίτητα, ήταν ένας ανοικτός καλλιτέχνης και έβλεπε πέρα από την εποχή του».

Ο Άγγελος Δεληβοριάς αναφέρθηκε επίσης στο καινούργιο μουσείο που φτιάχνει, το μουσείο του μεσοπολέμου το οποίο «θα είναι ένα μουσείο που δείχνει το πνεύμα μιας περιόδου, τον πολιτισμό μιας περιόδου και σε αυτό θα έχει την τιμητική του ο Σπύρος Βασιλείου μαζί με τους φίλους του, που υπάρχουν και στην έκθεση, τον Κάρολο Κουν, τη Ραλλού Μάνου, το Νικηφόρο Βρεττάκο τον Γιώργο Σεφέρη».

Η κόρη του Σπύρου Βασιλείου Δροσούλα Elliott ανέφερε ότι «η σχέση του με το θέατρο ήταν πολύ βαθειά, αγαπούσε πολύ το θέατρο, είχε πολύ πρωτοποριακές ιδέες και πραγματικά ξέφυγε από την κλασσική απεικόνιση των σκηνικών. Όπως πχ στο "Όνειρο Καλοκαιρινής νύχτας" για την εποχή του ήταν απίστευτα πρωτοποριακό το να κάνει ένα δάσος με κρεμάμενα δίχτυα και στη μέση ένα πολυέλαιο. Ήταν ένας άνθρωπος που χαιρόταν πολύ αυτό που έκανε, γι΄αυτό και δεν υπήρξε κάποια περίοδος πολύ σημαντική και κάποια λιγότερο. Πάντα ότι έκανε το έκανε με χαρά και διάθεση προσφοράς και ο καημός του ήταν να έχει πολλούς τοίχους να κρεμάει πίνακες για να τους βλέπει ο κόσμος».

Το υλικό της έκθεσης είναι ταξινομημένο σε επτά ενότητες, από τις οποίες οι τέσσερις κινούνται σε χρονολογικό άξονα, ενώ οι τρεις σε θεματικό. Στις πρώτες, η ταξινόμηση είναι σε αντιστοιχία με τις πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα (μεσοπόλεμος, δεκαετία του '40, πρώτη και δεύτερη μεταπολεμική περίοδος), ενώ οι τελευταίες περιλαμβάνουν τις παραστάσεις που ο Βασιλείου επιμελήθηκε στις κρατικές σκηνές, τις παραγωγές αρχαίου δράματος, καθώς και τη συνεργασία του με το Ελληνικό Χορόδραμα της Ραλλούς Μάνου. Η ταξινόμηση αυτή έχει στόχο να δείξει τον τρόπο με τον οποίο ο ζωγράφος εργαζόταν πάντα σε αναλογία με τις αισθητικές αναζητήσεις της εποχής ή των εκάστοτε θιάσων, αλλά και ανάλογα με τα μέσα, τεχνικά και οικονομικά, που είχε στη διάθεσή του.

Η έκθεση την οποία επιμελείται η Ιλία Λακίδου, εγκαινιάστηκε την Τρίτη 22/03 από τον Δήμαρχο Αθηναίων Γιώργο Καμίνη, στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς 138. Διάρκεια ως 15 Μαΐου. Ωράριο λειτουργίας: Τετάρτη-Πέμπτη-Κυριακή 10.00-18.00, Παρασκευή-Σάββατο 10.00-22.00. Δευτέρα και Τρίτη, κλειστά.