«Το τελευταίο αίνιγμα»

«Το τελευταίο αίνιγμα»

Αν λατρεύετε τον γοητευτικό… τρόμο, τον ελκυστικό λαβύρινθο, το αφηγηματικό σοκ, τους λογοτεχνικούς αιφνιδιασμούς και τα σκηνοθετικά κόλπα στη γραφή, το βιβλίο που αναζητάτε είναι «Το τελευταίο αίνιγμα» της αμερικανίδας Μαρίσα Πέσλ , σε μετάφραση Αύγουστου Κορτώ, που εκδόθηκε πρόσφατα από τις εκδόσεις Διόπτρα. 

Πρόκειται για ένα θρίλερ- ποταμό. Βρίσκεται στα ευπώλητα των New York Times, γραμμένο από την 37χρονη μυθιστοριογράφο. Και είναι μόλις το δεύτερο βιβλίο της. 

Η συγγραφέας ξεκινάει τον πρόλογό της μεταφέροντάς μας στη Νέα Υόρκη, ώρα 2 μετά τα μεσάνυχτα ενός βροχερού Οκτώβρη, εισάγοντάς μας στον μυστηριώδη κόσμο του σκηνοθέτη δολοφονικών ταινιών ονόματι Στάνισλας Κορντόβα. Είναι ένας δαιμόνιος, φρικιαστικός, μαύρος σκηνοθέτης ,που δεσπόζει αθέατος στις γωνιές του σκότους. Είναι ένας μύθος, ένα τέρας, ένας υποχθόνιος, ένας αθάνατος αλλά και ένας θνητός. Όποτε θέλει βρίσκεται δίπλα σου, όποτε θέλει εξαφανίζεται. Είναι αληθινός και παράλληλα ψεύτικος. Είναι στη φαντασία αλλά και στην πραγματικότητα. 

Μέσα σε ένα τέτοια μυστικιστική ατμόσφαιρα ο βετεράνος ρεπόρτερ Σκοτ Μακ Γκραθ κάνει τζόγκινγκ γύρω από τη λίμνη του Σέντραλ Παρκ και διηγείται, σε πρώτο πρόσωπο , αυτά που βλέπει: Μια γυναίκα στέκεται μπροστά στο φανοστάτη με το πρόσωπό της κρυμμένο στις σκιές, με το κόκκινο παλτό της να αντανακλά το φως που χυνόταν πίσω της, σαν μια ζωηρόχρωμη κόκκινη χαρακιά μέσα στη νύχτα. Οι γυναίκες του Μανχάταν –αν και μαγευτικές - καμιά φορά ξεχνούν ότι δεν είναι αθάνατες .Και είναι ικανές να ριχτούν σαν το κομφετί σε μια ξέφρενη νύχτα Παρασκευής, δίχως να σκεφτούν καθόλου που θα καταλήξουν ως το Σάββατο. Ξαφνικά, η γυναίκα εξαφανίζεται στο βάθος, αλλά μετά από μερικά δευτερόλεπτα ο ρεπόρτερ διακρίνει μια λεπτή σκοτεινή μορφή να βαδίζει αργά μπροστά του, φορώντας μαύρες μπότες και με τα σκούρα μαλλιά της να κρέμονται ως τα μισά της πλάτης της. Τρέχει να την πλησιάσει και νιώθει πως, αν γυρνούσε να τον κοιτάξει, το πρόσωπό της δεν θα ήταν νεανικό αλλά «γέρικο, με μάτια λακκούβες και στόμα σαν χαρακιά τσεκουριού σε δέντρο». Γι αυτό την προσπερνάει .Κι όταν γυρνάει πίσω να την δει, εκείνη γίνεται άφαντη. Εκείνος, νιώθοντας ζαλισμένος, κατευθύνεται στο σιδηροδρομικό σταθμό και, καθώς προχωράει προς τα καθίσματα, την εντοπίζει πάλι να κατεβαίνει αργά τα σκαλιά της αποβάθρας ,ενώ οι πόρτες του συρμού κλείνουν βροντώντας. 

Μετά, στο πρώτο κεφάλαιο ,η συγγραφέας παραθέτει ειδησεογραφικά κείμενα από ιστοσελίδες μεγάλων μέσων ενημέρωσης, αναπτύσσοντας το κινηματογραφικό μυστήριο που είναι ο καμβάς της ιστορίας της. Όπως γράφουν οι New York Times: «Το πτώμα που βρέθηκε σε μια άδεια αποθήκη της Τσάιναταουν το βράδυ της Πέμπτης διαπιστώθηκε χθες από τον ιατροδικαστή ότι ανήκει στην 24χρονη Άσλεϊ Κορντόβα, κόρη του οσκαρικού σκηνοθέτη Στάνισλας Κορντόβα. Η Άσλεϊ ήταν πιανίστρια και παιδί θαύμα. Έκανε το ντεμπούτο της στο Κάρνεγκι Χολ σε ηλικία 12 ετών. Μεγάλωσε στην αχανή έπαυλη του πατέρα της, στην οροσειρά Αντιρόντακ, όπου γυρίστηκαν πολλές από τις ταινίες του, μεταξύ αυτών και το ψυχολογικό θρίλερ «Δαχτυλοπαγίδα» (1979)».
Νεότερη είδηση από την ηλεκτρονική σελίδα του περιοδικού Time λέει ότι η σύζυγος του δημιουργού των αποτρόπαιων ταινιών ήταν η Τζενέβρα Καστανιέλο, μοντέλο από την Ιταλία, η οποία λίγο καιρό μετά τη γέννηση του γιου τους Θίοντορ βρέθηκε νεκρή από πνιγμό, λόγω ατυχήματος, στην ιδιωτική λίμνη της έπαυλης. Λέγεται ότι ο θάνατος της υπήρξε η αιτία της απομόνωσης του Κορντόβα από τον κόσμο και του κακού που αποτελεί το θεμέλιο λίθο του έργου του. 

Οι διαδικτυακές εκδόσεις παραθέτουν συνεχώς στοιχεία : Οι ταινίες του δεν υπάρχουν στο εμπόριο και προβάλλονται μυστικά από θαυμαστές του σε κατεδαφιστέα κτίρια ή σε εκτός λειτουργίας υπόγειες σήραγγες. Είναι τόσο τρομώδεις , ώστε πολλοί από το κοινό λιποθυμούν. Άλλοι όμως νιώθουν ευχαρίστηση γιατί θεωρούν ότι μέσω του φόβου αφήνουν πίσω τον παλιό τους εαυτό και , «διαβαίνοντας την κόλαση, ξαναγεννιούνται…». 

Στο δεύτερο κεφάλαιο η μυθιστοριογράφος βάζει τον ρεπόρτερ να διηγείται πως, καλεσμένος από μια φίλη της πρώην γυναίκας του, ενώ απολαμβάνει το ποτό του σε φιλανθρωπικό πάρτι, παίρνει ένα μήνυμα στο κινητό του από το δικηγόρο του: «Η κόρη του Κορντόβα βρέθηκε νεκρή. Πάρε με». Με τον πατέρα της ήταν παλιοί γνώριμοι στα δικαστήρια. Γιατί ο μυστήριος σκηνοθέτης του είχε κάνει μήνυση για συκοφαντική δυσφήμιση. Τον θεώρησε επικίνδυνο επειδή στήριξε την προσπάθεια της οργάνωσης «Φως της Έιμι» να εντοπίσει στο Ίντερνετ, να αγοράσει και να καταστρέψει τις ταινίες του. Η οργάνωση ιδρύθηκε από τη μητέρα της νεαρής Έιμι, η οποία είχε πέσει θύμα άγριας δολοφονίας από έναν παράφρονα, που μιμήθηκε το φόνο βασιζόμενος σε ταινία του Κορντόβα, ρίχνοντάς την στο μύλο μιας χαρτοποιίας. Ο ερευνητής δημοσιογράφος αναλαμβάνει να εντοπίσει το δολοφονικό -φαντομά σκηνοθέτη. Η αναζήτηση είναι όλο το βιβλίο. 

«Θα θυμάμαι για πάντα τον σκοτεινό Κορντόβα και θα λατρεύω τις ταινίες του, κι ας ξέρω πως δεν πρόκειται να τις δω ποτέ» σημειώνει ο μεταφραστής Αύγουστος Κορτώ. 

Αν σας απωθούν τα υπερογκώδη βιβλία, όπως αυτό - που αριθμεί 805 σελίδες- αν δεν σας γοητεύει ο αποκρυφισμός, οι θεωρίες συνωμοσίας και η μαγεία, αυτό δεν είναι το κατάλληλο βιβλίο για σας. Όπως έγραψε στη ιστοστελίδα της συγγραφέως μια αμερικανίδα αναγνώστρια, «μπροστά στην Μαρίσα Πέσλ ο Νταν Μπράουν φαντάζει … Νομπελίστας». Η ίδια πάντως έχει δηλώσει : «Αν κάτι απεχθάνεται, είναι η κριτική»...

Πηγή: ΑΠΕ - ΜΠΕ

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο