Τα «μυστικά» της κατασκευής της ποντιακής λύρας χάνονται στα βάθη της ιστορίας. Για τους πόντιους, σ' όλο τον κόσμο, αποτελεί τη «βασίλισσα» της μουσικής τους παράδοσης. Από το μέγεθος της, το σχήμα της, το μήκος, την ποιότητα του ξύλου κι άλλους παράγοντες εξαρτάται το ιδιαίτερο ηχόχρωμά της.

Πενήντα λύρες, περισσοτέρων από τριάντα κατασκευαστών απ' όλο τον κόσμο, θα διαγωνιστούν για την ανάδειξη της καλύτερης κατασκευής, στο πλαίσιο του δεύτερου παγκόσμιου διαγωνισμού κατασκευαστών ποντιακής λύρας, που θα γίνει σήμερα Σάββατο, στο συνεδριακό κέντρο «Μίκης Θεοδωράκης» στην Αργυρούπολη (Κύπρου 68 - πλ. Δημαρχείου Ελληνικού - Αργυρούπολης).

Για ολόκληρους αιώνες και μέχρι τις μέρες μας, η κατασκευή της ποντιακής λύρας γινόταν, κατά το μεγαλύτερο τμήμα της, χειροποίητα. Ελάχιστα μέρη του «σκαριού» της, με την ανάπτυξη της τεχνολογίας γίνονται πλέον με μηχανήματα, τόρνους και ηλεκτρικά ξυλοπρίονα, αλλά η βασική της κατασκευή παραμένει προνόμιο και αποτέλεσμα των ταλαντούχων χεριών του παραδοσιακού κατασκευαστή. Ιδιαίτερα το σκάλισμά της, η διακόσμηση του ηχείου και των κλειδιών μπορεί να χρειαστεί εβδομάδες δουλειάς, ανάλογα και με τις απαιτήσεις του αγοραστή, που είναι συνήθως δάσκαλος της λύρας, ή επαγγελματίας λυράρης. Το δοξάρι φτιάχνεται από τρίχες αλογοουράς και για να αποδώσει τον ήχο που φτάνει στα αυτιά μας χρειάζεται να τριφτούν με ρετσίνι, όπως και τα υπόλοιπα έγχορδα αυτής της κατηγορίας.

Οι περισσότεροι κατασκευαστές παίζουν και οι ίδιοι λύρα, αφού στην συντριπτική τους πλειοψηφία είναι πόντιοι. Στον παγκόσμιο διαγωνισμό στην Αργυρούπολη θα διαγωνιστούν εκτός από εγχώριους κατασκευαστές και αρκετοί από την ποντιακή διασπορά, αλλά - όσο κι αν ακούγεται περίεργο - και αλλοδαποί θαυμαστές και κατασκευαστές του παραδοσιακού οργάνου από διάφορες χώρες.

Ο πρόεδρος της Ένωσης Ποντίων Αργυρούπολης, Ηλίας Ιορδανίδης δηλώνει στο, «έχουμε συμμετοχές απ' όλη τη χώρα, αλλά και από τη Ρωσία, την Τουρκία, τη Γερμανία, ακόμη και την …Κίνα. Όλος ο κόσμος γνωρίζει τη λύρα, αλλά όχι και τους κατασκευαστές της, που είναι αρκετοί, εξαιρετικά ταλαντούχοι και συμβάλλουν στη διατήρηση της παράδοσής μας».

Από την πλευρά του ο πρόεδρος της κριτικής επιτροπής του διαγωνισμού Γιώργος Ηλιάδης τονίζει ότι ο διαγωνισμός ξεκίνησε με σκοπό να βελτιωθεί η εικόνα της λύρας ως μουσικό όργανο. Να σταματήσουν να κατασκευάζουν τη λύρα σαν μαραγκοδουλειά και να την αντιμετωπίσουν ως μουσικό όργανο.

Ο κ. Ηλιάδης ήταν αυτός που προσέγγισε τον Κινέζο κατασκευαστή μουσικών οργάνων και του πρότεινε να κατασκευάσει ποντιακές λύρες. «Δημιούργησα μία δική μου πατέντα κατασκευής ποντιακών λιρών και ψάχνοντας στο ίντερνετ να βρω κάποιον καλό κατασκευαστή μουσικών οργάνων, έπεσα πάνω στον κ. Πάι Τονκ Σον, που κατασκευάζει κυρίως βιολιά. Ήρθα σε επαφή μαζί του, ώστε να πέσει το κόστος κατασκευής και η λύρα να γίνει πιο προσιτή σε κάθε λυράρη».

Ο Πάι Τονκ Σον, αναφέρει στο, «έμαθα για την ποντιακή λύρα πριν από δύο χρόνια, όταν επικοινώνησε μαζί μου ο κ. Ηλιάδης. Μου έστειλε τα σχέδια και άρχισα να φτιάχνω λύρες και τώρα είπα να πάρω μέρος και στον διαγωνισμό».

Όπως λέει ο κ. Τονκ Σον ο τρόπος κατασκευής της ποντιακής λύρας είναι παρόμοιος με αυτόν της κατασκευής βιολιού και επισημαίνει ότι η κατασκευή της λύρας δεν τον δυσκόλεψε ιδιαίτερα.

«Ο κάθε οργανοπαίχτης έχει το δικό του κατασκευαστή. Σ' αυτόν απευθύνεται για να προσαρμόσει κατά παραγγελία την κατασκευή της λύρας στην φωνή του, στον τόνο που συνηθίζει να τραγουδάει και ακόμη στο να προσαρμόσει κατάλληλα το "μανίκι", ανάλογα με το πώς τον βολεύει», λέει ο Γιάννης Δασκουλίδης, οργανοπαίχτης και κατασκευαστής.

Σημαντικό για τον κατασκευαστή είναι το επάνω καπάκι, πάνω από το οποίο δονούνται οι χορδές. Το ξύλο βρέχεται, καμπυλώνεται και στη συνέχεια στεγνώνει, διατηρώντας την καμπυλότητά του. Οι παλιοί μάστορες για να το «κουρμπάρουν» το τοποθετούσαν στο μπουρί της σόμπας και στη συνέχεια το προσάρμοζαν στο όργανο. Οι νέοι κατασκευαστές έχουν πιο σύγχρονα εργαλεία γι' αυτή τη δουλειά. Το «μανίκι» του οργάνου σχεδόν αιωρείται πάνω από το κύριο σώμα της λύρας για να μην «θαμπώνει» ο ήχος και να παράγονται καθαρότερες οι δονήσεις.

«Δεν υπάρχουν δύο ίδιες λύρες στον κόσμο. Η καθεμιά έχει το δικό της ηχόχρωμα, που εξαρτάται από το μήκος, το μέγεθος, την ποιότητα του ξύλου, τη σωστή προσαρμογή των μερών της και πολλούς άλλους παράγοντες», προσθέτει ο Χρήστος Πολιτίδης, κατασκευαστής λύρας από τη Θεσσαλονίκη.

Ο Χρήστος Πολιτίδης και ο Γιάννης Δασκουλίδης είναι δύο από τους κατασκευαστές που θα πάρουν μέρος στον δεύτερο παγκόσμιο διαγωνισμό λύρας στην Αθήνα, που διοργανώνει το τοπικό ποντιακό σωματείο της Αργυρούπολης. Θα συμμετάσχουν με δύο λύρες ο καθένας, μία με ψηλή και μία με πιο βαθιά χροιά, όσες έχει δικαίωμα και ο κάθε κατασκευαστής. Θεωρούν σημαντικότατη τη διοργάνωση, ακόμη και χωρίς χρηματικό έπαθλο, γιατί τους δίνει την ευκαιρία να αναδείξουν τη δουλειά τους σε γνώστες της ποντιακής μουσικής και οργανοπαίχτες απ' όλο τον κόσμο. Στα μειονεκτήματα, πάντως, των όρων του διαγωνισμού καταλογίζουν τον όρο ότι «πρέπει να πρόκειται για καινούρια λύρα, από φρέσκο ξύλο».

«Η αλήθεια είναι ότι όσο καλό και εάν είναι ένα όργανο και ιδιαίτερα η λύρα, γίνεται καλύτερο με τον καιρό και με τη χρήση, όσο δουλεύεται από τα δάχτυλα του μουσικού. Το ηχείο δονείται, το ξύλο έρχεται και προσαρμόζεται και ο ήχος που δίνει βγαίνει πιο καθαρός», λέει από την εμπειρία του ο κ. Πολιτίδης.

«Θέλω να συγχαρώ το σωματείο της Αργυρούπολης και ιδιαίτερα τον δραστήριο πρόεδρό του, τον Ηλία Ιορδανίδη, γι' αυτήν την εξαίρετη πρωτοβουλία. Η λύρα δεν είναι απλό όργανο, είναι το όργανο του ποντιακού ελληνισμού», δηλώνει ο πρόεδρος της Παμποντιακής Ομοσπονδίας Ελλάδας, Γιώργος Παρχαρίδης.

Το κόστος της λύρας δεν είναι απαγορευτικό και παρότι χειροποίητη στο μεγαλύτερο τμήμα της, σπανίως κυμαίνεται πάνω από τα 350 - 500 ευρώ. Η εκμάθησή της, όμως, δεν είναι εύκολη υπόθεση κι απαιτεί ακούσματα, ικανότητα, δεξιοτεχνία. Ωστόσο, οι κατασκευαστές διατηρούν και μαθαίνουν στους νεότερους την τεχνική κατασκευής της ποντιακής λύρας, που κρατά ζωντανή μια λαϊκή μουσική παράδοση αιώνων.

Ο διαγωνισμός τελεί υπό την αιγίδα της Βουλής των Ελλήνων. Η πρωτοβουλία ανήκει στην Ένωση Ποντίων Αργυρούπολης, που είχε φιλοξενήσει και τον πρώτο παγκόσμιο διαγωνισμό, πριν από έξι χρόνια. Κατά τη διάρκεια της τελετής λήξης, το απόγευμα, θα απονεμηθούν βραβεία στις τρεις πρώτες καλύτερες κατασκευές.