«Το επώνυμό μου είναι προφανώς ελληνικό, αλλά όλως περιέργως πάντα μου προκαλούσε προβλήματα στη Γαλλία» μου λέει χαμογελώντας η Αννα Μουγκλαλίς καθώς στρίβει τσιγάρο καθισμένη στην πολυθρόνα του καφέ στο Γαλλικό Ινστιτούτο. «Ενώ δεν είναι δύσκολο επώνυμο, κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει από πού είμαι. Αυτό με έκανε να διεκδικώ την ελληνική καταγωγή μου. Ηθελα να την παρουσιάζω και μάλιστα με υπερηφάνεια».

Η 32χρονη ηθοποιός, αδύνατη σαν στέκα και με έντονα σκούρα χαρακτηριστικά, βρέθηκε προσφάτως στην Ελλάδα με καθήκοντα αναδόχου του 12ου Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου (ολοκληρώθηκε την περασμένη Παρασκευή). Γεννημένη το 1978 στο Φρεγιούς, η Μουγκλαλίς μεγάλωσε σε ελληνική κοινότητα της Ναντ. «Είμαι χριστιανή ορθόδοξη» λέει, «όχι τόσο επειδή οι γονείς μου ήταν φανατικοί πιστοί ορθόδοξοι αλλά περισσότερο για το ζήτημα της πολιτιστικής μου ταυτότητας».

Η Μουγκλαλίς θυμάται με χαμόγελο την εποχή που, κοριτσάκι ακόμη, ο πατέρας της τής έβαζε να ακούει ηπειρώτικα και ρεμπέτικα. «Ο παππούς μου στη Ναντ ζούσε ως πραγματικός Ελληνας, επομένως η έννοια της ελληνικότητας ήταν πάντοτε συνυφασμένη με το σπίτι μου. Από την πλευρά του πατέρα μου αλλά και της μητέρας μου, που είναι Γαλλίδα, υπήρχε πάντα μια ρομαντική ιδέα για την Ελλάδα: το πόσο σημαντικό εί ναι που η Ελλάδα είναι το λίκνο του πολιτισμού και του ανθρωπισμού και γενικότερα της φιλοσοφίας».

Ο προπάππος και η προγιαγιά της Αννα Μουγκλαλίς έφυγαν από το Καστελόριζο, τον τόπο καταγωγής τους, για τη Γαλλία το 1922. «Η ιστορία τους είναι ένα κομμάτι της ελληνικής Διασποράς και μάλιστα της Διασποράς που προέρχεται από τη Μικρά Ασία» λέει η ηθοποιός. «Η ιστορία τους είναι γεμάτη πόνο και ο πόνος προκαλεί συγκίνηση. Για μένα ο παππούς ήταν πάντα παππούς και η γιαγιά ήταν πάντα γιαγιά. Ακόμη και η μικρή μου κόρη φωνάζει τον δικό της παππού... παππού».

Η κόρη της μάλιστα αισθάνεται πάρα πολύ ωραία που έχει ελληνικό αίμα και το διατυμπανίζει συνέχεια. «Για κάποιον λόγο έχει κολλήσει στο μυαλό της η ιδέα ότι οι Έλληνες τρώνε πάρα πολύ ζεστά φαγητά- ίσως επειδή για ένα μεγάλο διάστημα η ίδια έτρωγε μουσακά. Της άρεσε πολύ και έλεγε ότι το τρώει επειδή είναι Ελληνίδα. Και από εκεί το συνέδεσε».  Οσο για την ίδια τη Μουγκλαλίς, η αγαπημένη της ελληνική κουζίνα είναι τα ντολμαδάκια- όταν είναι καλά φτιαγμένα- αλλά και το ψητό ψάρι που τρώει κυρίως στα νησιά, αφού στην ηπειρωτική χώρα δεν τα προτιμούν και τόσο. Ολα αυτά τα πράγματα συνθέτουν τους λόγους για τους οποίους νιώθει πάντοτε συγκίνηση όταν έρχεται στην Ελλάδα. «Είναι και αυτή πατρίδα μου» λέει. «Γεννήθηκα στη Γαλλία αλλά είμαι Ελληνίδα».

Το γεγονός ότι η Αννα Μουγκλαλίς δεν έμαθε ποτέ να μιλάει ελληνικά (απολογήθηκε μάλιστα γι΄ αυτό μιλώντας στο κοινό στην πρεμιέρα του Γαλλόφωνου Φεστιβάλ στο Αττικόν) δεν ήταν ατυχία αλλά δικό της φταίξιμο. Ο παππούς της μιλούσε στα παιδιά του μόνο στη διάλεκτο του Καστελόριζου. Ο πατέρας της έμαθε μόνος του κάποια ελληνικά και προσπάθησε να τα περάσει στην κόρη του, «κυρίως φωνητικά». Τα ξεσκόνισε κάπως στα γυρίσματα των δύο ελληνικών ταινιών στις οποίες έχει παίξει, την «Αληθινή ζωή» του Πάνου Κούτρα και «Το όνειρο του Ικαρου» του Κώστα Νάτση.

Η καριέρα της Μουγκλαλίς την έχει φέρει πιο κοντά στα αγγλικά και στα ιταλικά, εξακολουθεί όμως να θέλει να μάθει ελληνικά και δεν έχει εγκαταλείψει την προσπάθεια.

Η κουβέντα για τη συνεργασία της με τον Πάνο Κούτρα, ο οποίος μετά την «Αληθινή ζωή» έκανε τη «Στρέλλα» κερδίζοντας τη διεθνή αναγνώριση (το φιλμ προβλήθηκε με μεγάλη επιτυχία στη Γαλλία), φέρνει στη συζήτηση τον σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο τον οποίο η Μουγκλαλίς παρακολουθεί.

«Παρ΄ ότι στη Γαλλία ο κινηματογράφος του δημιουργού ευνοείται και παίζονται κάποιες ξένες ταινίες,το μερίδιο στην αγορά δεν είναι και τόσο μεγάλο» λέει η ηθοποιός. «Οι διανομείς προσπαθούν αλλά τα πράγματα είναι δύσκολα, πόσω μάλλον για τις ελληνικές ταινίες που λόγω της δύσκολης οικονομικής κατάστασηςδύσκολα μπορούν να υλοποιηθούν». Ωστόσο η Αννα Μουγκλαλίς έχει υπόψη της το νέο κύμα του ελληνικού σινεμά των τελευταίων χρόνων, «ένας νεο-νεορεαλισμός με τρομερό ενδιαφέρον», όπως σημειώνει, κάτι που της δίνει ακόμη ένα κίνητρο για να ασχοληθεί περισσότερο με την ελληνική γλώσσα.

Οι Έλληνες της Διασποράς επανέρχονται στην κουβέντα- είναι προφανώς ένα απωθημένο της: πολύ θα ήθελε να γίνει μια ταινία για την επιστροφή στην πατρίδα. Λέει επίσης ότι, χωρίς να έχει κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο στο μυαλό της, θα ήθελε πάρα πολύ να υποδυθεί ένα πρόσωπο που συμμετείχε στην ανατροπή της χούντας των συνταγματαρχών στην Ελλάδα. Για την περίοδο της δικτατορίας στην Ελλάδα η Μουγκλαλίς έμαθε πολλά από τον ελληνικής καταγωγής τραγουδιστή Ζορζ Μουστακί κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους σε μια ηχογράφηση.

Ο Σαρκοζί, οι τσιγγάνοι και ο πολιτισμός

Ρωτώ την Αννα Μουγκλαλίς κατά πόσον οι τέχνες στη Γαλλία έχουν επηρεαστεί από τις αρνητικές συνέπειες της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. «Ο πολιτισμός βρισκόταν πάντοτε στις προτεραιότητες της Γαλλίας,σήμερα όμως θα μπορούσαν να γίνουν παραπάνω πράγματα αν ο Νικολά Σαρκοζί έδειχνε μεγαλύτερο ενδιαφέρον.

Ωστόσο ο Σαρκοζί αντιμετωπίζει παθητικά την κρίση,κάτι που βεβαίως είναι αναμενόμενο,αφού όλοι οι πρόεδροι με δεξιές καταβολές δεν δίνουν μεγάλα ποσά σε θέματα πολιτισμού- αντιθέτως,τα νούμερα λένε ότι με τις δεξιές κυβερνήσεις ο πολιτισμός και η Παιδεία είναι τα πρώτα πράγματα στα οποία γίνονται περικοπές».

Η ηθοποιός μιλάει με θυμό για την άνοδο της άκρας Δεξιάς που έχει παρατηρηθεί τα τελευταία χρόνια στη χώρα της. «Ακόμη και ο Σαρκοζί, που δεν είναι άκρα Δεξιά, έχει προβεί σε πράγματα εκτρωματικά, όπως π.χ. οι διώξεις των τσιγγάνων με τα λεωφορεία. Ήταν μια ενέργεια που προσωπικά με κάνει να ντρέπομαι ως Γαλλίδα, γιατί αυτοί οι άνθρωποι έχουν βιώσει μόνο διώξεις στη ζωή τους. Η ξενοφοβία ήταν πάντοτε μεγάλη,απλώς σήμερα οι συνθήκες είναι τέτοιες που οι ξενόφοβοι δηλώνουν ανοιχτά και ξεκάθαρα τις θέσεις τους .Οι μεταναστευτικές πολιτικές στους καιρούς μας είναι απαίσιες και βρίσκω ιδιαιτέρως αποκαρδιωτικό το γεγονός ότι αυτό συμβαίνει ακόμη και στη Γαλλία, η οποία ευαγγελίζεται ότι είναι η χώρα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων».

Κοκό Σανέλ αλλά και μούσα του Καρλ Λάγκερφελντ

Από την ταινία «Μερσί για τη σοκολάτα» του Κλοντ Σαμπρόλως το «Πάντα ονειρευόμουν να γίνω γκάνγκστερ» του Σαμουέλ Μπενσετρίτ , η Αννα Μουγκλαλίς αρέσκεται να δοκιμάζει τις δυνάμεις της σε δύσκολους ρόλους. Οταν πήρε το απολυτήριό της,συνέχισε στο λύκειο Jules Ferry στο πρώτο προπαρασκευαστικό έτος για τον διαγωνισμό της Εcole Νormale Superieure.Το ξεκίνημά της στο θέατρο έγινε το 2003 με «Το ξύπνημα της άνοιξης» τουΦρανκ Βέντεκιντ και τα πρώτα βήματά της στον κινηματογράφο στην ταινία του Φρανσίς Ζιρό «Τerminale».

Περίπου την ίδια περίοδο άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα στην Ανωτάτη Εθνική Σχολή Δραματικής Τέχνης του Παρισιού. Τότε ήταν που την ανακάλυψε ο Σαμπρόλ και την πήρε για την ταινία «Μερσί για τη σοκολάτα».Η βαριά και κάπως σπασμένη φωνή της την κάνει να ξεχωρίζει,ενώ η αγάπη της για τον κινηματογράφο του δημιουργού την έχει οδηγήσει σε πειραματικές ταινίες όπως η «Καινούργια ζωή» του Φιλίπ Γκαντριέ ή το προκλητικότατο «Νovo» του Ζαν-Πιερ Λεμοσέν.

Το 2002 ο σχεδιαστής μόδας Καρλ Λάγκερφελντ την επέλεξε ως πρέσβειρα του αρώματος Αllure του οίκου Chanel,οπότε γίνεται η νέα γυναίκα που ενσαρκώνει τη γαλλική κομψότητα.Εξι χρόνια αργότερα η Κοκό Σανέλθα βρεθεί και πάλι στο διάβα της Μουγκλαλίς καθώς υποδύεται τη σχεδιάστρια στην ταινία του Γιαν Κουνέν «Κοκό Σανέλ και Ιγκόρ Στραβίνσκι»,ενώ το 2009 κάνει μια εκρηκτική εμφάνιση ως Ζυλιέτ Γκρεκό στη βιογραφική φαντασία του Ζοάν Σφαρ «Gainsbourg».Προσφάτως την είδαμε δίπλα στον Ζεράρ Ντεπαρντιέ στο «Μαμούθ»,ενώ στο 12ο Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου της Ελλάδας προβλήθηκε και το «Gino,ο νονός της πίτσας», η πιο πρόσφατη δουλειά της Μουγκλαλίς στον κινηματογράφο.