Ο ένας φιλόσοφος και τηλεστάρ, ο άλλος αιρετικός συγγραφέας, το δίδυμο της απόλυτης πρόκλησης των γαλλικών γραμμάτων, ο Μπερνάρ Ανρί Λεβί και ο Μισέλ Ουελμπέκ, βρίσκονται στην Αθήνα, με την ευκαιρία της έκδοσης στα ελληνικά και της παρουσίασης στο Γαλλικό Ινστιτούτο του βιβλίου τους "Δημόσιος Κίνδυνος" από τις Εκδόσεις της Εστίας, μετάφραση της Λίνας Σιπητάνου (ο γαλλικός τίτλος είναι "Ennemis publics" από τις εκδόσεις Flammarion και Grasset).

Μόλις τη Δευτέρα 8 Νοεμβρίου, ο Ουελμπέκ τιμήθηκε με το βραβείο Γκονκούρ, το σπουδαιότερο γαλλικό λογοτεχνικό βραβείο, για το τελευταίο βιβλίο του, "Ο χάρτης και η επικράτεια". Συγγραφέας που διχάζει κοινό και κριτικούς, τραμπούκος για τους μεν, μεγαλοφυία για τους δε, ο Ουελμπέκ έχει ταρακουνήσει για τα καλά τα γαλλικά γράμματα. Ψυχρός παρατηρητής και ανατόμος της πραγματικότητας και της κοινωνίας, περιγράφει σχεδόν κλινικά την απόλυτη μοναξιά, τη σεξουαλική και συναισθηματική ανεπάρκεια μέχρις αναπηρίας του σύγχρονου ανθρώπου. Κάθε συνάντηση με τους εκπροσώπους των Μέσων πυροδοτούσε μεγάλη πολεμική, ωστόσο, φαίνεται ότι πρόσφατα, ο συγγραφέας έχει ωριμάσει κάπως, στο τελευταίο του βίβλίο, μάλιστα, σκηνοθετεί τη δολοφονία του εαυτού του, με μπόλικο αίμα και φρίκη! "Βρομάει κάπως λιγότερο από ένα πτώμα", αυτοσαρκάζεται και "μοιάζει με γριά χελώνα", γράφει για το λογοτεχνικό του άλτερ έγκο. Τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε 25 γλώσσες.

Λεβί και Ουελμπέκ έδωσαν κοινή συνέντευξη τύπου, λίγο πριν αρχίσει η παρουσίαση του βιβλίου τους στο Γαλλικό Ινστιτούτο, την οποία συντόνισε ο δημοσιογράφος Γιώργος Αρχιμανδρίτης.

"Όλα άρχισαν τον Δεκέμβριο του 2007", λέει ο Μπερνάρ-Ανρί Λεβί, "όταν έλαβα ένα μήνυμα στο κινητό από τον Μισέλ, γεμάτο αγωνία, 'βαρέθηκα τη ζωή μου, βαρέθηκα τον κόσμο, δεν έχω κανέναν να μιλήσω', και όπως καταλαβαίνετε ανησύχησα πολύ. Του πρότεινα να βγούμε και να φάμε μαζί. Έτσι κι έγινε, μιλήσαμε για Λογοτεχνία και εντέλει, αποφασίσαμε να αρχίσουμε μια συζήτηση οι δυο μας μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων. Τότε δεν υπήρχε η προοπτική της δημοσίευσης της αλληλογραφίας μας, και σας διαβεβαιώ ότι δεν διορθώσαμε σχεδόν τίποτε ΄στα γραπτά μας, όταν δημοσιεύθηκαν".

"Είπες ότι βαρέθηκα τη ζωή μου, επειδή όλοι με σιχαίνονται στη Γαλλία;", παρεμβαίνει χαμογελώντας ο Ουελμπέκ, που ζούσε τότε στην Ιρλανδία, πρόσφατα χωρισμένος από τη δεύτερη σύζυγό του, και μάλλον έπληττε μόνος, οπότε ο Λεβί, ο οποίος βρισκόταν τότε στο Μαρόκο δέχεται ν' αλληλογραφήσει με το τρομερό παιδί της γαλλικής λογοτεχνίας, που έχει ήδη βραβευθεί για το βιβλίο του "Η δυνατότητα ενός νησιού". Οι βιβλιοπώλες έσπευσαν να παραγγείλουν τουλάχιστον 100.000 αντίτυπα προεξοφλώντας αστρονομικά κέρδη, καθώς πρόκειται για τους πιο γνωστούς 'καταραμένους συγγραφείς' της Γαλλίας.

Σε κάποιο σημείο, ο Ουελμπέκ, τον οποίο η ίδια η μητέρα του έχει χαρακτηρίσει ηλίθιο (επιεικώς!), γράφει : "Πιθανόν, ορισμένοι άνθρωποι να καταφέρνουν να κάνουν έρωτα όταν είναι νηφάλιοι. Δεν τους ζηλεύω. Εγώ, το μόνο που κατάφερα να κάνω νηφάλιος, είναι τους λογαριασμούς και τις βαλίτσες μου".

Ο Λεβί, από την πλευρά του, ένας πάμπλουτος κληρονόμος, παντρεμένος με την πανέμορφη ηθοποιό και τραγουδίστρια, Αριέλ Ντομπάλ, αναφέρει κάπου αλλού : "Μπορώ να εξηγήσω με χίλιους τρόπους τη δουλειά μου, κι όμως το μόνο που καταφέρνω είναι να χειροτερεύω τη φήμη μου ως μεγαλοαστικού γουρουνιού, που δεν κατανοεί εις το ελάχιστο την κοινωνική πραγματικότητα και απλώς υποκρίνεται ότι νιάζεται για τους καταπιεσμένους αυτού του κόσμου για να βρίσκεται στα πρωτοσέλιδα του Τύπου".

Ο Ουελμπέκ δεν είναι επαναστάτης, κοροϊδεύει τα ανθρώπινα δικαιώματα, αυτά που για να τα υπερασπιστεί ταξιδεύει παντού ο Λεβί (πρόσφατα και στη Γεωργία), περιφρονεί τα περί φεμινισμού και περί οικογένειας, η Δύση είναι ένα σάπιο σύστημα που καταρρέει, η δύναμη της αγοράς και η απληστία του σύγχρονου ανθρώπου για το χρήμα, εξηγούν εν μέρει την αποτυχία του καπιταλισμού αλλά και του κομμουνισμού. Σύμφωνα με τον Λεβί, από την άλλη μεριά, ο Μαρξ δεν είναι παρά ένας άχρηστος στοχαστής, πηγή και αιτία της τύφλωσης των ανθρώπων, στους οποίους δεν μπόρεσε να παράσχει τα κατάλληλα εργαλεία για να κατανοήσουν το ναζισμό, φερ' ειπείν.

Και οι δύο αρέσκονται να προκαλούν αλλά ο Ουελμπέκ το μετανιώνει καμιά φορά, γιατί "δεν είμαι στ' αλήθεια τέτοιος άνθρωπος", όπως λέει ο ίδιος. Στην αρχή της αλληλογραφίας του με τον Λεβί, γράφει : "Θεωρώ προβοκάτορα αυτόν που, ανεξάρτητα από αυτό που μπορεί να σκεφτεί ή να γίνει (και από την πολλή πρόκληση καταντάει να μην μπορεί να σκεφτεί, ούτε να υπάρξει), μιλάει, υπολογίζοντας να προκαλέσει στον συνομιλητή του όσον περισσότερο πόνο και ενόχληση μπορεί, κι ύστερα χρησιμοποιεί τα αποτελέσματα αυτού του υπολογισμού". Φαίνεται όμως πως ο χρόνος δάμασε την υπερβολική σκληρότητα και ψυχρότητα της συμπεριφοράς του συγγραφέα, του οποίου κάθε βιβλίο προκαλεί θύελλες σε κριτικούς και αναγνώστες, κι έτσι αναγνωρίζει, με συντριβή, είν' η αλήθεια, πως "όλο και πιο συχνά, αισθάνεται την ανάγκη να τον αγαπούν"! Το βραβείο Γκονκούρ σήμανε ασφαλώς μια μικρή πρόοδο στον τομέα αυτόν για τον συγγραφέα, που κατόρθωσε να γίνει αγαπητός, χωρίς ωστόσο να αρνηθεί το στυλ του και τα πιστεύω του -τα λογοτεχνικά, τουλάχιστον.

Στη συνέντευξη τύπου, ο Ουελμπέκ δηλώνει πως κατά τη γνώμη του, η λογοτεχνία στη Γαλλία δεν τα πάει και πολύ άσχημα, μνημονεύει ιδιαίτερα το θάλλον αστυνομικό μυθιστόρημα, η διανόηση και οι στοχαστές όμως πάσχουν, διευκρινίζει, όσο για τους κριτικούς δέχονται τα πύρινα βέλη του, καθώς τους κατηγορεί για πλήρη έλλειψη ποιότητας, κάτι που όπως λέει, δεν συνέβαινε πριν από μία πενταετία, ενώ θεωρεί πως ο μαρξισμός συνιστά την απόλυτη μάστιγα της εποχής. Όσο για τον εαυτό του, απορεί αυτοσαρκαζόμενος, γιατί οι άλλοι παίρνουν τόσο στα σοβαρά τις ιδέες του. "Η προσωπικότητά μου είναι μάλλον ακατανόητη, ως συγγραφέας όμως, είμαι ένας εξαιρετικός παρατηρητής", λέει, "είμαι ιμπρεσιονιστής και ομολογώ ότι ανάμεσα στην αλήθεια και την ένταση, θα διάλεγα χωρίς δεύτερη σκέψη, την ένταση".

Στο ίδιο μήκος κύματος, τη σκυτάλη παραλαμβάνει ο Λεβί, που επισημαίνει ότι στη Γαλλία, ο διάλογος έχει επηρεαστεί σχεδόν ολοκληρωτικά από τον ριζοσπαστικό ισλαμισμό, την ψυχανάλυση ή τα όρια του λαϊκού κράτους, παρ' όλα αυτά, ομολογεί πως έχουν τεθεί σημαντικά ερωτήματα. Παρακολουθεί αυτά που συμβαίνουν στην Ελλάδα και διατείνεται ότι η χώρα μας θα είναι το βαρόμετρο των αντιδράσεων στην υπόλοιπη Ευρώπη, εδώ θα κριθεί το μέλλον της Γηραιάς Ηπείρου, τονίζει.

Ο Ουελμπέκ δηλώνει ότι δύο όρους θεωρεί ως απαραίτητους για να υπάρξει διάλογος με κάποιον. Ο ένας είναι ασφαλώς η αξία του συνομιλητή και ο δεύτερος να υπάρχει ένα επαρκές επίπεδο διαφωνίας. Και οι δύο αλληλοσυμπληρώνονται, καθώς ο μεν Ουελμπέκ ζηλεύει στον Λεβί την αίσθηση οικειότητας που ξέρει να δημιουργεί με τους ανθρώπους κι αυτός με τη σειρά του θα ήθελε να μπορεί να αποστασιοποιείται τόσο εύκολα όσο ο συνομιλητής και τελικώς φίλος του, μετά από αυτή τη λογοτεχνική περιπέτεια, που άφησε πίσω της ένα "εξαίσιο πτώμα", το βιβλίο τους. Μαζί οι δυο τους, ο Λεβί, ένας 'σοσιαλιστής της σαμπάνιας' -όπως τον έχουν χαρακτηρίσει, και ο Ουελμπέκ, που τόλμησε να χαρακτηρίσει το ισλάμ ως την πιο ηλίθια θρησκεία, με συνέπεια δικαστική δίωξη, συζήτησαν για τη ζωή, τη Λογοτεχνία, τους αγαπημένους τους συγγραφείς, την οικογένειά τους και την παιδική τους ηλικία. Οι δημοσιογράφοι είναι ενοχλητικοί κι αδιάκριτοι. Όσο για τον απλό κόσμο, πρόκειται για όχλο, που τους καταδιώκει, τους απεχθάνεται, πιθανόν να τους μισεί.

"Το βιβλίο μας ήταν μια παρτίδα σκάκι, ίσως μια παρτίδα ντόμινο επίσης, με την έννοια, ότι έπρεπε να προσέχουμε ποια θέματα θίγουμε, πως τα γράφουμε, έτσι ώστε να γίνει δυνατή η συνέχιση του διαλόγου μας, καθώς υπήρχαν πολύ αυστηροί κανόνες όσον αφορά την επικοινωνία μας. Δεν επιτρέπονταν τηλεφωνήματα, ο χρόνος, η αναμονή, έπαιξαν σπουδαίο ρόλο γι' αυτό το βιβλίο που γράφτηκε με πολλή ένταση και ξέρετε, δεν μιλήσαμε μόνο για τους σπουδαίους φιλοσόφους που μας επηρέασαν, μιλήσαμε και για τους πατεράδες μας, που έμοιαζαν πολύ μεταξύ τους. Ήταν και οι δύο αποστασιοποιημένοι από την κοινωνία, ο δικός μου την περιφρονούσε κατά βάθος", εξομολογείται ο Λεβί "και ίσως με τον τρόπο τους, να ήταν αυτοί οι πραγματικοί εχθροί της, ο δημόσιος κίνδυνος για τη Γαλλία και όχι εμείς, οι γιοι τους".

"Οργή, ναυτία, απογοήτευση", με αυτό το δυνατό τρίπτυχο χαρακτήρισε τα αισθήματά τους έναντι του σύγχρονου κόσμου αλλά κυρίως έναντι της γαλλικής κοινωνίας, ο Λεβί, ο οποίος, μία από τις πρώτες ερωτήσεις που θέτει στο βιβλίο προς τον Ουελμπέκ είναι : "Γιατί τόσο μίσος;"

Και σπεύδουν να 'θάψουν' κυριολεκτικά δημοσιογράφους και κριτικούς. Ο μεν Ουελμπέκ έχει επιτεθεί πολύ άγρια εναντίον των δημοσιογράφων στο παρελθόν, τους αποκαλεί " οι προσωπικοί μου κοριοί", "καθάρματα που δεν αξίζουν τίποτε περισσότερο από αυτούς που υπηρετούσαν τους ναζί", "μικρο-παράσιτα", ενώ ο Λεβί έχει μιλήσει ελάχιστα πιο κόσμια, χαρακτηρίζοντάς τους "ρουκέτες", "όχλο που θέλει να λιντσάρει και να κατασπαράξει", "κυνηγούς των λογοτεχνικών βραβείων", κλπ. Τέλος πάντων, σε κάποιο σημείο, ο Λεβί γράφει στον Ουελμπέκ, "προτείνω αγαπητέ Μισέλ, να σταματήσουμε με τη λάσπη, το μίσος, τη συκοφαντία..."

Με τη σειρά του, ο συγγραφέας και αρθρογράφος της εφημερίδας Λε Μοντ, Πιερ Ασουλίν, στο ιστολόγιό του, τους χαρακτηρίζει ως 'νεόπλουτους' της λογοτεχνίας, γιατί μόνον τέτοιου είδους διανοούμενοι θα μπορούσαν να εκφραστούν με τόση αλαζονεία και περιφρόνηση για την κριτική και τους κριτικούς. Τόσο ο Ουελμπέκ όσο και ο Λεβί παρουσιάζονται ως θύματα ενός διαρκούς λιντσαρίσματος, γράφει ο Ασουλίν, παραπονιούνται συνεχώς ότι τους επιτίθενται, ενώ την ίδια στιγμή, τα μέσα τούς αφιερώνουν ολοσέλιδες διαφημίσεις για τα έργα τους, -στην περίπτωση του Λεβί, μάλιστα, συνοδεύονται με φωτογραφίες, καθότι είναι όμορφος με κυματιστή κόμη και μισάνοιχτο πουκάμισο, χαϊδεμένο παιδί της τηλεόρασης. Σχέση αντιφατική, γεμάτη ένταση και πολεμική, που ξεσπά σχεδόν κάθε φορά που οι δύο συγγραφείς θα απασχολήσουν τη δημοσιότητα με κάποια από τις δημιουργίες τους.

Η αλήθεια είναι λοιπόν ότι γεννιέται σχεδόν αβίαστα το ερώτημα, κατά πόσον οι δύο συγγραφείς χρησιμοποιούν αμιγώς λογοτεχνικά ή φιλοσοφικά μέσα για να εκφραστούν, ή 'επεκτείνουν το πεδίο της πάλης', χρησιμοποιώντας προς ίδιον όφελος, την προβολή τους με κάθε δυνατό τρόπο. Σίγουρα, είναι οι πλέον διάσημοι εκπρόσωποι της γαλλικής διανόησης ανά τον κόσμο, σίγουρα επίσης, οι διόλου ευκαταφρόνητες πωλήσεις των βιβλίων τους τους καθιστούν αδιαμφισβήτητους διεκδικητές μιας θέσης στο πάνθεον των σύγχρονων, και γιατί όχι διαχρονικών, Γάλλων διανοουμένων.