Ο 56χρονος Σαμπούρο Τεσιγκαουάρα, καταξιωμένος χορογράφος της Ιαπωνίας και ένας από τους σημαντικότερους στην Ευρώπη έρχεται στην Αθήνα για δύο παραστάσεις, προκειμένου να παρουσιάσει το σόλο του με τίτλο «Μιρόκου», μία στοχαστική εξερεύνηση της σχέσης ανάμεσα στον χώρο και το φως, εμπνευσμένη από το μοντέρνο χορό και τις πολεμικές τέχνες, στο Μέγαρο Μουσικής, στις 15 και 16 Απριλίου.

Μόνος του στη σκηνή επί μία ώρα, ο καλλιτέχνης, έχει ως μόνο παρτενέρ του τους εξαιρετικούς φωτισμούς του, ένα σύμπαν χρωμάτων, αλλά και συμβολισμών.

«Πρόκειται για έναν "συνολικό" δημιουργό που χορογραφεί, σχεδιάζει σκηνικά, κοστούμια, φωτισμούς και επιμελείται τη μουσική για τις παραγωγές του. Πιστεύει ότι τα στοιχεία μίας παράστασης δεν είναι ξεχωριστές τέχνες, αλλά κομμάτια μίας σύνθεσης, υλικά για να φτάσεις σε μία φόρμα έκφρασης», ανέφερε ο καλλιτεχνικός διευθυντής της Σειράς «Γέφυρες», Δημήτρης Μαραγκόπουλος, μιλώντας για τον καλλιτέχνη σε σημερινή συνέντευξη Τύπου στο Μέγαρο Μουσικής.

Το έργο αντλεί τον τίτλο του από το όνομα που έδωσαν οι Ιάπωνες στην τελευταία μετεμψύχωση του Βούδα, λίγο πριν από τη νιρβάνα, όταν ο κόσμος αγγίζει την αρμονία. Ο Μιρόκου συμβολίζει την εντέλεια, την ύψιστη ποιότητα της επίγειας ζωής, η οποία κατακτάται μέσα από διαρκείς αναμετρήσεις του ατόμου με τον ίδιο του τον εαυτό αλλά και με τον έξω κόσμο.

«Δεν είμαι θρησκευόμενο άτομο», είπε ο 57χρονος Τεσιγκαουάρα. «Η ιδέα μου σχετικά με το συγκεκριμένο έργο έχει να κάνει με την αίσθηση της αναμονής και της ελπίδας ότι κάτι θα συμβεί στη ζωή σου. Ότι θα συναντήσεις έναν άνθρωπο, ας πούμε, που θ΄αποβεί σημαντικός για σένα. Το έργο βασίζεται στην βουδιστική παράδοση, αλλά δεν πρόκειται για πραγματική ιστορία. Δεν παραπέμπει απαραιτήτως στο όνειρο, έχει περισσότερο να κάνει με την αίσθηση του καθενός για τον εσωτερικό του εαυτό».

Η κίνησή του, ήρεμη, σχεδόν τελετουργική, παραπέμπει σε δημιουργικούς συνδυασμούς κλασικού και μοντέρνου χορού, αλλά και της ασιατικής παράδοσης, με την έμφαση στο επάνω μισό του σώματος. « Ο χορός πρέπει να είναι διαυγής, η διαύγεια είναι η ουσία του», λέει ο ίδιος.

Ο καλλιτέχνης, που βρίσκεται για πρώτη φορά στην Αθήνα (έχει προηγηθεί εμφάνισή του στο Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας το 2009), ανέφερε πως θαυμάζει τον παραδοσιακό χορό, «αλλά στις δικές του χορογραφίες θέλει να ξεκινάει από την εξής ιδέα πάντα: Πώς ζούμε τώρα και πώς μπορεί να συνδεθεί ο χορός με την πραγματικότητα».

Θεωρεί σημαντικό το παιχνίδι μεταξύ της μνήμης και της μη μνήμης, πώς. δηλαδή, μπορεί να σχετιστεί η κίνηση, ο χορός με τις μνήμες των ανθρώπων, πώς μπορούμε να χρησιμοποιηθεί η κίνηση, προκειμένου να ανασυρθούν από το παρελθόν παλιές μνήμες. Αυτό τον έκανε στο παρελθόν να συνεργαστεί με ΑΜΕΑ ή άτομα που έχουν υποστεί κάποιον εγκεφαλικό τραυματισμό. «Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον πως αυτοί οι άνθρωποι που δεν έχουν μνήμη, (οι τυφλοί σίγουρα δεν έχουν οπτική μνήμη) αντιλαμβάνονται την κίνηση, την γεωμετρία του χώρου, καθώς και το πως μπορούμε να σχετίσουμε το παρελθόν μας, τις μνήμες μας με την κίνησή μας», είπε.

Για τον σεισμό στην Ιαπωνία

Μιλώντας για τον σεισμό που έπληξε τη χώρα του πρόσφατα, ανέφερε πως ήταν στο Παρίσι εκείνη την περίοδο και επέστρεψε στην χώρα του δύο εβδομάδες μετά. «Πολλοί με ρωτούσαν πως ήμουν μακριά από την χώρα μου αυτήν την δύσκολη περίοδο. Θα ήθελα να σας πω λοιπόν, ότι μπορεί εσείς να βλέπετε αυτές τις σκληρές εικόνες που προβάλλονται στις ειδήσεις, αλλά στην πραγματικότητα η ζωή συνεχίζει πίσω στην Ιαπωνία. Σε μεγάλο βαθμό οι άνθρωποι νιώθουν ασφαλείς, βεβαίως η περιοχή γύρω από τον πυρηνικό σταθμό έχει μολυνθεί και υπάρχει φόβος για αυτήν».

«Δεν είναι ότι οι Ιάπωνες αυτήν την περίοδο είναι απλά ήσυχοι, είναι ότι έχουν βαθιά μέσα τους την πειθαρχία και έχουν μάθει να πειθαρχούν τα συναισθήματά τους. Αυτή η ησυχία είναι ίσως ένα φυσικό επακόλουθο μετά από μεγάλες καταστροφές ή άλλου είδους σημαντικά συμβάντα για την ανθρωπότητα», είπε και κατέληξε: «Σε κάθε περίπτωση χρειάζεται αυτή η ηρεμία, ώστε ο κόσμος να σκεφθεί στην Ιαπωνία για το πώς θα ξαναχτίσει την χώρα του, πως θα ξεκινήσει μία καινούρια σελίδα. Υπάρχει, βεβαίως, η στεναχώρια για τους ανθρώπους που χάθηκαν, αλλά σε κάθε περίπτωση κοιτάμε μπροστά την νέα γενιά των ανθρώπων».