Είναι 77 ετών (την Κυριακή του Πάσχα έχει γενέθλια), εξακολουθεί να ταράζει τα νερά και – ναι! – το Χόλιγουντ εξακολουθεί να της δίνει ρόλους. Ή µήπως τους παίρνει εκείνη;

Το παιδί θαύµα της δεκαετίας του ‘40 έχει ακόµη την ίδια ζωντάνια. Eχει στο ενεργητικό της ένα Oσκαρ (και πέντε υποψηφιότητες), δύο BAFTA (και πέντε υποψηφιότητες), µία Χρυσή και δύο Ασηµένιες Άρκτους, καµιά πενηνταριά ταινίες και µια ντουζίνα βιβλία για τη ζωή της. Προσθέστε και ένα ακόµη. Το πρόσφατο µε αυτοβιογραφικά στοιχεία, «I’m All Over That and Other Confessions» από τις Εκδόσεις Simon & Schuster.

Η Σίρλεϊ Μακλέιν δηλώνει µονογαµικός τύπος. Και το ανακάλυψε – όπως λέει – µια µέρα που είχε βρεθεί διαδοχικά µε τρεις άνδρες. Βέβαια για κάποιον που δεν γνωρίζει, το στοιχείο αυτό – της µονογαµικότητας– ακούγεται λογικό. Ηταν παντρεµένη µε τον ίδιο άνδρα επί 28 χρόνια. Με τον κατά 12 χρόνια µεγαλύτερο της, κινηµατογραφικό παραγωγό τότε και µετέπειτα επιχειρηµατία Στιβ Πάρκερ χώρισαν το 1982.

«Από την αρχή ήταν ένας ανοιχτός γάµος. Πολύ ανοιχτός γάµος», λέει. Στη διάρκεια του οποίου είχε πολλές µονογαµικές σχέσεις. Στο «παλµαρέ» της εµφανίζονται τα ονόµατα των Ρόµπερ Μίτσαµ, Ντάνι Κέι, του αυστραλού πρώην υπουργού Εξωτερικών Αντριου Πίκοκ, του δολοφονηµένου σουηδού πρωθυπουργού Ούλοφ Πάλµε.

Οπως το βλέπει εκείνη, είχε έναν ευτυχισµένο γάµο µε τον Πάρκερ, για τον οποίο έχει να λέει πως «υπήρξε σύζυγος, φίλος και συµβουλάτορας». Στους «Times» του Λονδίνου αποκαλύπτει το µυστικό της:

«Πιάσε εραστή. Εγώ τους άλλαζα κάθε τρία χρόνια».

Για τους άνδρες στη ζωή της µιλά σχεδόν ανέκφραστα. Γενικώς για το παρελθόν δεν της αρέσει να µιλά. Μια υποψία συναισθήµατος γίνεται αντιληπτή µόνο όταν φτάνει η κουβέντα στον Πάλµε. «∆εν χωρίσαµε, αλλά κάναµε µια συµφωνία να είµαστε ξανά µαζί, αλλά τον σκότωσαν. ∆εν είχαµε συµπληρώσει τρία χρόνια µαζί και σκέφτηκα ότι θα µπορούσαµε να αντέξουµε ακόµη έναν χρόνο. Ηταν λαµπρός άνθρωπος, έξοχος ηγέτης. ∆εν ήταν εµφανίσιµος ούτε σωµατώδης, ο τύπος του άνδρα που µου άρεσε. ∆εν πίστευε σε τίποτα από όσα πίστευα. Θαύµαζα το πνεύµα του. Ελάχιστοι διανοούµενοι µε αριστερή σκέψη είχαν προκαλέσει το ενδιαφέρον µου και όλοι ήταν καχύποπτοι µε τα µεταφυσικά µου. Ο Πάλµε σχεδίαζε να έρθει στη Νέα Υόρκη, ως γενικός γραµµατέας του ΟΗΕ. Μία εβδοµάδα πριν τον δολοφονήσουν είχαµε µιλήσει στο τηλέφωνο. Ο χαµός του µε συγκλόνισε».

∆εν µασάει τα λόγια της: «∆εν ένιωσε ποτέ σέξι, ακόµη και ως “Τροτέζα”. Χορεύτρια ήµουν. Και πάντοτε λειτουργούσα ως µέλος µιας οµάδας. ∆εν ένιωσα ποτέ ντίβα. Αυτό µε κράτησε. Ηταν το πλεονέκτηµά µου». Μια φορά απευθύνθηκε σε αισθητικό χειρουργό. Εκανε λίφτινγκ στα πενήντα της και έκτοτε είναι συµφιλιωµένη µε τις ρυτίδες της.

Στο βιβλίο της αφιερώνει στο σώµα της ένα κεφάλαιο υπό τον τίτλο «I’m not over vanity, but I’m trying» (∆εν ξεπέρασα τη µαταιοδοξία, αλλά προσπαθώ). Είναι µια από τις ελάχιστες εµµονές της νιότης που δεν µπόρεσε να αλλάξει, ίσως διότι µεγάλωσε στον τόπο που καλλιέργησε τον «φασισµό της εικόνας του σώµατος», το Χόλιγουντ.

«Κάποτε ίσως ήταν χειρότερα από ό,τι τώρα. Ισως γιατί ήταν η εποχή των µεγάλων στούντιο. Στην ταινία “Ποιος σκότωσε τον Χάρι“ (σ.σ. έκανε το κινηµατογραφικό ντεµπούτο της) ο Χίτσκοκ ήθελε να τρώµε µαζί. Την πρώτη εβδοµάδα κιόλας είχα πάρει πέντε κιλά. “Τι πας και κάνεις;”, µε παρατήρησε ο πρόεδρος της Paramount. “Πάµε να κάνουµε µοντάζ στις σκηνές σου και από τη µία στην άλλη είναι σαν να βλέπουµε άλλον άνθρωπο”. Ηµουν σχεδόν 62 κιλά κι εκείνοι συµπεριφέρονταν λες και τους ανήκα. Συνέχισα να τρώω µέχρι να τελειώσουν τα γυρίσµατα...».