«Η αγάπη που βρήκες δεν πρέπει ποτέ να σταματήσει» αναφέρεται σε μία από τις φράσεις του κομματιού «Never Stop» των «Echo and The Bunnymen» ο τίτλος του οποίου θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελέσει και μότο ζωής για τον Γουίλ Σέρτζαντ. Για τον στιχουργό και κιθαρίστα του γκρουπ, Γουίλ, για τον οποίο η ενασχόληση με την τέχνη δεν σταματά ποτέ, συμβαίνει όμως ένα περίεργο πράγμα.

«Οταν πιάνω την κιθάρα στα χέρια μου δεν σκέφτομαι κάτι. Ξεκινώ να γράφω τραγούδια ή βάζω τις σημειώσεις μου σε μια σειρά. Απλώς συμβαίνει... Δεν κατάλαβα ποτέ πραγματικά πώς λειτουργεί αυτό. Είναι πολύ περίεργο. Δεν το σκέφτομαι πολύ. Δεν κάθομαι κάτω και σκέφτομαι ας γράψω τώρα ένα τραγούδι σαν day trip ή κάτι άλλο. Απλώς αρχίζω να παίζω την κιθάρα μου και βλέπω πώς μπορώ να αναπτυχθώ από εκεί και πέρα» λέει χαρακτηριστικά ο Σέρτζαντ, ο μουσικός της μπάντας που θα ερμηνεύσει μπροστά στο ελληνικό κοινό την Πέμπτη, από τη σκηνή του «Gagarin 205», αμέτρητες επιτυχίες, όπως τα κομμάτια «Killing Moon», «The Back of Love», «Lips Like Sugar», «Bring On The Dancing Horses», «The Cutter» κ.ά.

«Θα παρουσιάσουμε μια επιλογή τραγουδιών από το σύνολο της δισκογραφίας μας, μια μείξη παλιών και νεότερων τραγουδιών, αλλά και κάποια καινούργια κομμάτια» έρχεται να επιβεβαιώσει ο Γουίλ, ο οποίος διευκρινίζει ότι δεν έχουν κάποιο νέο άλμπουμ στα σκαριά, αλλά μοναχά κάποιες ιδέες για τη δημιουργία ενός EP. «Ολα είναι ρευστά για την ώρα» σημειώνει. Οσον αφορά στον κοινό στόχο της μπάντας, που μετρά πάνω από 30 χρόνια πορείας, είναι, όπως τονίζει, «το να συνεχίζουμε να δημιουργούμε και να παίζουμε μπροστά σε ανθρώπους, κάτι που μας αρέσει, και να κερδίσουμε κάποιους παραπάνω στην πορεία». Ο Σέρτζαντ, πάντως, ήθελε πάντα να είναι «κάτι σαν τους ''Ντορς'', μια μπάντα που να τη σέβονται».

«Εξω από τα δόντια»
Ο τραγουδιστής του ποστ-πανκ συγκροτήματος Ιαν Μακάλοχ έχει το ψευδώνυμο «Mac the mouth» γιατί τα λέει έξω από τα δόντια και δεν διστάζει να τα «χώσει» σε προσωπικότητες όπως οι Μπόνο, Νικ Κέιβ και Πολ Γουέλερ, ενώ στον Γουίλ έχουν αποδώσει το παρατσούκλι «Force» («Sergeant Force») καθώς παίζει με δύναμη την κιθάρα του. Ο πρώτος είναι φανατικός οπαδός της Λίβερπουλ και έχει συμμετάσχει και σε ηχογράφηση ύμνου της (2006).

Ο δεύτερος; «Είμαι φαν της Λίβερπουλ αλλά όχι τόσο παθιασμένος όσο παλιότερα. Συνήθιζα να πηγαίνω στα ματς το '70, τις στιγμές δόξας της Λίβερπουλ» δηλώνει. Το Λίβερπουλ, «ένα υπέροχο μέρος για να παίζεις ζωντανά», όπως και η Αμερική, είναι από τους αγαπημένους σταθμούς των περιοδειών τους. «Μου αρέσει γενικά να πηγαίνω σε διαφορετικά μέρη. Οταν είμαι σε περιοδεία, μου αρέσει να εξερευνώ τα μέρη. Δεν αντέχω καθόλου να κάθομαι μέσα στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου και να κοιτάζω τους τοίχους. Παίρνω τους δρόμους. Δεν καταλαβαίνω όσους φτάνουν στο ξενοδοχείο και μένουν εκεί» προσθέτει ο Γουίλ.

Εντός των πυλών, σπαταλά πολλές ώρες στο Πανεπιστήμιο του Λίβερπουλ, για να ασχοληθεί με μια άλλη του αγάπη, τη ζωγραφική. «Κάνω πολλά έργα τέχνης τελευταία. Μπορείτε να δείτε τη δουλειά μου στο willsergeant.com. Ασχολούμαι με πίνακες ζωγραφικής και με screenprints αυτό το διάστημα. Είναι κάτι που πάντα ήθελα και δεν είχα ποτέ έως τώρα την ευκαιρία να κάνω» τονίζει ο Γουίλ, ο οποίος έχει ξεκινήσει και την ηχογράφηση κάποιων σόλο κομματιών με ακουστικά όργανα, «μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση, της οποίας το αποτέλεσμα είναι λίγο περίεργο, κάτι σαν τζαζ, χωρίς να είναι όμως τζαζ». Ο Σέρτζαντ δεν δίστασε στιγμή να επιστρέψει στη σύνθεση των «Echo and the Bunnymen», οι οποίοι έχουν έρθει ξανά στην Ελλάδα 3-4 φορές, διότι ακόμα πιστεύει σε αυτούς. «Η μαγεία ήταν ακόμη εκεί, οπότε δεν υπήρξε κανένας δισταγμός για να συνεχίσουμε...» είπε χαρακτηριστικά.

Πηγή: ethnos.gr