Πάνε 21 χρόνια από τότε που κάπνισε το τελευταίο του τσιγάρο ακουμπισμένος στην μπασιά της πόρτας της καρδιάς μας… «Έφυγε» για να επιστρέφει συνέχεια στον αγώνα του σήμερα που προσπαθεί να ανοίξει τον δρόμο για ένα φωτεινότερο αύριο, «έφυγε» για να είναι πάντα δίπλα μας με την ποίησή του που είναι «γεννημένη» να τραγουδιέται γεμίζοντας θάρρος τις καρδιές μιας και -όπως εκείνος είπε-«έχουμε ακόμα να κλάψουμε πολύ ώσπου να μάθουμε τον κόσμο να γελάει». Ο Γιάννης Ρίτσος «έφυγε» στις 11 Νοεμβρίου 1990. Άφησε 50 συλλογές ανέκδοτων ποιημάτων. Ορισμένες συλλογές του εκδόθηκαν μετά τον θάνατο του με τον γενικό τίτλο «Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα», ενώ το συνολικό έργο του μέσα από το οποίο ύψωσε στην συνείδηση του λαού μας τις καλύτερες στιγμές του και αξίες του έτσι όπως αυτές αντιπροσωπεύονται στη λέξη «Ρωμιοσύνη», ανακαλύπτεται συνεχώς από εκείνους που επιθυμούν να διαβάσουν μέσα στα ποιήματα του Ρίτσου το μεγάλο χρονικό των λαϊκών αγώνων ενός ολόκληρου αιώνα.

O Γιάννης Ρίτσος γεννήθηκε την 1η Μαΐου 1909 στην Μονεμβασιά. Ήταν το στερνοπαίδι της Ελευθερίας Βουζουναρά και του Ελευθέριου Ρίτσου. Είχαν προηγηθεί η Νίνα το 1898, ο Μίμης το 1899, και η Λούλα το 1908.
 Η Μονεμβασιά, πάντα παρούσα, έτσι κι αλλιώς, θα επανέλθει στη «Μονοβασιά» του 1974-1976 στον τόμο «Γίγνεσθαι» του 1977, όπου και «Το τερατώδες Αριστούργημα» (Απομνημονεύματα ενός ήσυχου ανθρώπου που δεν ήξερε τίποτα).

«Αυτή η Μονοβασιά, αυτός ο βράχος ήταν για μένα το πέτρινο καράβι που με ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο»: Έτσι ξεκίνησε η αντιφώνηση του ποιητή όταν ο Μονεμβασιώτικος Ομιλος εντοίχισε πλάκα στο πατρικό του στα 75του. «Ετούτο εδώ το ακίνητο πλοίο, τούτο δα το σπίτι όπου χάραξα τους πρώτους μου στίχους και τις πρώτες μου ζωγραφιές, όπου τραγούδησα δημοτικά τραγούδια αγναντεύοντας την θάλασσα».

    Ο Γιάννης Ρίτσος πήγε πολύ νωρίς στο σχολείο, μόλις τεσσεράμισι ετών με συμμαθήτρια την αδελφή του Λούλα. Όπως αποκάλυψε ο ίδιος δεν τα πήγαινε πολύ καλά με τα γράμματα. Ήταν δε και άτακτος και γι’ αυτό αρκετές φορές τις πέρασε όρθιος στην γωνία, τιμωρημένος. Ότι δεν του έδωσε το σχολείο, του το έδωσε η μητέρα του.

Η Ελευθερία Ρίτσου ήταν πολύ ανοιχτό μυαλό. Όταν ξέσπασε η Οκτωβριανή Επανάσταση, άρχισε να αγοράζει αριστερά βιβλία, κάτι που έκανε τον Ελευθέριο Ρίτσο να οργίζεται. Όμως ο Γιάννης, «ο Γιάννος της» άκουγε σαν μαγεμένος την μάνα του να του μιλάει. Το 1918 ο Ρίτσος εγγράφεται στο Σχολαρχείο της Μονεμβασιάς. Το 1921 πεθαίνει από φυματίωση ο αδελφός του Μίμης. Ο Ρίτσος εγγράφεται στο Γυμνάσιο Γυθείου. Την ίδια χρονιά πεθαίνει από φυματίωση η μητέρα του σε σανατόριο στην Πορταριά Πηλίου, χωρίς ποτέ να μάθει τον θάνατο του Μίμη. Το 1924 δημοσιεύονται ποιήματα του Ρίτσου στο περιοδικό «Διάπλασις των Παίδων» με το ψευδώνυμο «Ιδανικόν Όραμα». Το 1925 έρχεται με την Λούλα στην Αθήνα. Η οικογένεια έχει καταστραφεί οικονομικά. Εργάζεται ως δακτυλογράφος και προσλαμβάνεται στην Εθνική Τράπεζα ως αντιγραφέας στην συμβολαιογραφική της υπηρεσία. Το 1926 ο Γιάννης Ρίτσος προσβάλλεται και αυτός από φυματίωση. Το 1927 νοσηλεύεται στην κλινική Παπαδημητρίου και λίγο αργότερα μέσα στην χρονιά νοσηλεύεται στην «Σωτηρία» όπου θα μείνει ως το 1930. Γνωρίζεται με μαρξιστές διανοούμενους καθώς και με την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη. Τον Μάιο του ’30 παίρνει υποχρεωτικά εξιτήριο από την «Σωτηρία» και μεταφέρεται στο σανατόριο της Καψαλώνας έξω από τα Χανιά της Κρήτης. Επιστρέφει στην Αθήνα το 1931. Μπαίνει στην Εργατική Λέσχη και αναλαμβάνει την διεύθυνση του καλλιτεχνικού της τμήματος. Η αδελφή του Λούλα έχει μεταναστεύσει στην Αμερική όπου έχει παντρευτεί. Το 1932 ο πατέρας του Ελευθέριος Ρίτσος εισάγεται στο Δαφνί. Το 1933 ο Ρίτσος στρέφεται για βιοποριστικούς λόγους στο εμπορικό θέατρο. Το 1934 εκδίδεται το πρώτο του βιβλίο με τον τίτλο «Τρακτέρ». Το 1934 επίσης αρχίζει την συνεργασία του με τον «Ριζοσπάστη» και γίνεται μέλος του ΚΚΕ. Το 1935 κυκλοφορεί το δεύτερο βιβλίο του με τον τίτλο «Πυραμίδες».

 Η απεργία της 9ης Μαΐου 1936 στην Θεσσαλονίκη, που είχε ξεκινήσει την Πρωτομαγιά από τους καπνεργάτες της Καβάλας και έγινε πανεργατική χτυπήθηκε από τον στρατό. Δολοφονείται ο οδηγός Τάσος Τούσης. Οι εργάτες τον μεταφέρουν πάνω σε μια πόρτα στην κλινική Ανδρεάδη όπου διαπιστώνεται ο θάνατος του και κατόπιν πηγαίνουν πορεία προς το Διοικητήριο. Η μάνα του Τάσου ανήσυχη βγαίνει να δει τι γίνεται χωρίς να ξέρει τίποτα ακόμα. Ξεσπά σε θρήνο μόλις μαθαίνει για τον θάνατο του γιού της αλλά δεν σταματά την πορεία. Στο δρόμο ένα τεθωρακισμένο όχημα σταματά την πορεία αλλά μόλις αντιλαμβάνονται ότι οι εργάτες δεν θα υποχωρήσουν πυροβολούν. Το πλήθος ακουμπά την πόρτα κάτω στο δρόμο. Η μάνα πέφτει πάνω στο σώμα του παιδιού της και μοιρολογεί. Η φωτογραφία δημοσιεύεται στον «Ριζοσπάστη» της 10ης Μαΐου. Ο Ρίτσος συγκλονίζεται. Κλείνεται στην σοφίτα του της οδού Μεθώνης και γράφει κλαίγοντας σαν παιδί. Την επόμενη μέρα παραδίδει τρία άσματα από το ποίημα που θα ονομαστεί «Επιτάφιος». Τα δημοσίευσε ο «Ριζοσπάστης» της 12ης Μαΐου με τον τίτλο «Μοιρολόι». Ο Ρίτσος παράλληλα συμπληρώνει τον «Επιτάφιο» με άλλα 11 άσματα. Το βιβλίο τυπώθηκε και διαδόθηκε με φοβερή ταχύτητα. Πουλήθηκαν 10.000 αντίτυπα, αριθμός ρεκόρ για την εποχή. Όταν έγινε η δικτατορία της 4ης Αυγούστου είχαν απομείνει μόνο 250 αντίτυπα. Κάηκαν στους στύλους του Ολυμπίου Διός μαζί με άλλα «ανατρεπτικά» βιβλία.

 Το 1937 εισάγεται στο Δαφνί η αδελφή του Ρίτσου Λούλα η οποία είχε επιστρέψει στην Ελλάδα το 1933 μαζί με τον γιό της Ελευθέριο. Ο Ρίτσος νοσηλεύεται σε σανατόριο στην Πάρνηθα. Γίνεται μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών. Κυκλοφορεί το «Τραγούδι της αδελφής μου». «Παραμερίζουμε ποιητή για να περάσεις» θα σημειώσει ο Κωστής Παλαμάς.

Το 1938 κυκλοφορεί η «Εαρινή Συμφωνία» του Γιάννη Ρίτσου. Πεθαίνει ο πατέρας του. Το 1939 βγαίνει από το ψυχιατρείο η Λούλα. Το 1940 κυκλοφορεί το «Εμβατήριο του Ωκεανού».

1942. Ο Γιάννης Ρίτσος προσχωρεί στο μορφωτικό τμήμα του ΕΑΜ. Είναι κατάκοιτος. Τον Νοέμβριο του ’42 δημοσιεύεται στην «Ακρόπολη» σε χρονογράφημα του Λιδωρίκη, επιστολή του ηθοποιού Βόκοβιτς στην οποία παρουσιάζεται η κατάσταση της υγείας του. Ανοίγεται δημόσιος έρανος. Ο Ρίτσος αρνείται ευγενικά την προσφορά και παρακαλεί θερμώς όλους εκείνους που εξεδήλωσαν την αγάπη τους προς αυτόν να κατευθύνουν τις όποιες προσφορές τους προς την Επιτροπή για την προστασία των πνευματικών αξιών του τόπου μας. Το 1943 εκδίδεται η «Παλιά μαζούρκα σε ρυθμό βροχής» και η «Δοκιμασία» η τελευταία ποιητική σύνθεση της οποίας με τον τίτλο «Παραμονές ήλιου» απαγορεύεται από την γερμανική λογοκρισία.

1944. Ο Γιάννης Ρίτσος ανακαλύπτει ότι πολλά χειρόγραφα του που είχε δώσει για φύλαξη έχουν καταστραφεί. Στην διάρκεια των μαχών του Δεκέμβρη του ‘44 πηγαίνει συχνά στην Καισαριανή.

Το 1945 με την υποχώρηση του ΕΛΑΣ ο Γιάννης Ρίτσος πηγαίνει στην Λαμία όπου συναντά τον Άρη Βελουχιώτη. Μεταβαίνει στην Κοζάνη ως συνεργάτης του Λαϊκού Θεάτρου Μακεδονίας. Στον δρόμο γράφει το «η Αθήνα στ’ άρματα» το οποίο παίχτηκε με τεράστια επιτυχία και αποτέλεσε την βάση του τρίπρακτου θεατρικού του έργου «Κάτω από τον ίσκιο των κυπαρισσιών».

Με την Συμφωνία της Βάρκιζας επιστρέφει στην Αθήνα. Συνεργάζεται με το περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα του Δημήτρη Φωτιάδη και με το καλλιτεχνικό τμήμα της ΕΠΟΝ.

Τον Ιούλιο του 1948 συλλαμβάνεται και εξορίζεται στην Λήμνο. Γράφει το «Καπνισμένο Τσουκάλι»

Στο διάστημα 1949-1951,ο ποιητής θα γράψει τις «Γειτονιές του Κόσμου» ένα ποιητικό χρονικό της δεκαετίας ΄40-΄50.

Το 1949 ο Γιάννης Ρίτσος μεταφέρεται στην Μακρόνησο. Του απαγορεύεται να δημιουργεί αλλά εκείνος συνεχίζει στα κρυφά. Συνεξόριστοι του και ιδιαίτερα ο Μάνος Κατράκης θάβουν τα ποιήματα του σε μπουκάλια για να τα σώσουν.

Εδώ ο ποιητής θα γράψει τον «Πέτρινο Χρόνο», ενώ χαρακτηριστικό του πως σημάδεψε την ζωή του η εξορία στην Μακρόνησο, είναι το γεγονός πως ότι γράφτηκε για αυτήν, γράφτηκε «εκεί», η Μακρόνησος δεν θα επανέλθει ποτέ πια στην ποίησή του μετά τον «Πέτρινο Χρόνο»..

1950. Τον Ιούλιο ο Γιάννης Ρίτσος απολύεται βαριά άρρωστος από την Μακρόνησο. Τον Αύγουστο ξανασυλλαμβάνεται και στέλνεται πίσω. Το στρατόπεδο έχει αρχίσει να διαλύεται και μεταφέρεται στον Αη Στράτη. Απολύεται το 1952 μετά από διαμαρτυρίες της παγκόσμιας διανόησης. Μεταξύ αυτών που διαμαρτυρήθηκαν ήταν ο Λ. Αραγκόν ο Π. Νερούδα και ο Π. Πικάσσο. Συνδέεται με την νεοσύστατη ΕΔΑ και εκλέγεται στην Διοικούσα Επιτροπή της. Συνεργάζεται με την εφημερίδα «Αυγή». Εκδίδεται «ο Άνθρωπος με το Γαρύφαλλο» ένα δοξαστικό για τον Νίκο Μπελογιάννη ο οποίος εκτελέστηκε στις 30 Μάρτη 1952 ενόσω ο Ρίτσος ήταν εξόριστος Το βιβλίο εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο του ΚΚΕ Νέα Ελλάδα, στο Βουκουρέστι

Τον Δεκέμβριο του 1954 ο Γιάννης Ρίτσος παντρεύεται την γιατρό Γαρυφαλλιά, -Φαλίτσα- Γεωργιάδου από την Σάμο την οποία είχε γνωρίσει στην Κατοχή. Εκδίδεται η «Αγρύπνια». Το 1955 γεννιέται η κόρη του Ερη. Εκδίδεται το «Πρωινό Άστρο» που είναι αφιερωμένο σε αυτήν. Το 1956 εκδίδονται «Η γκρινιάρα κατσίκα και άλλα ρώσικα λαϊκά παραμύθια» του Αλεξέι Τολστόι με αφορμή τα οποία γνωρίζεται με τον Νίκο και την Νανά Καλιανέση των εκδόσεων «Κέδρος». Η συνεργασία τους δεν θα διακοπεί ποτέ.

Παίρνει το κρατικό βραβείο ποίησης εξ ημισείας με τον Άρη Δικταίο για την «Σονάτα του Σεληνόφωτος». Παίρνει άδεια μετά από πολλά χρόνια να ταξιδέψει στην Σοβιετική Ένωση. Το 1958 ασκείται δίωξη κατά του περιοδικού «Επιθεώρηση Τέχνης» και των συνεργατών του Μάρκου Αυγέρη, Νικηφόρου Βρεττάκου, Γιάννη Ρίτσου, για το αφιέρωμα στα 40 χρόνια της Οκτωβριανής Επανάστασης. Ακολουθούν έντονες διαμαρτυρίες από την Γαλλία και απαλλάσσονται με βούλευμα.

 Το 1960 κυκλοφορεί σε δίσκο ο «Επιτάφιος» του Γιάννη Ρίτσου με μουσική Μίκη Θεοδωράκη. Το 1962 ο Ρίτσος γνωρίζει στην Ρουμανία τον Τούρκο κομμουνιστή ποιητή Ναζίμ Χικμέτ. Τον Μάιο του 1963 πηγαίνει στην Θεσσαλονίκη και συμπαραστέκεται στον ετοιμοθάνατο μετά την δολοφονική επίθεση εναντίον του Γρηγόρη Λαμπράκη. Το 1964 ο Γιάννης Ρίτσος εκδίδει τα «Ποιήματα» του Βλαδίμηρου Μαγιακόφσκι. Το 1966 εκδίδεται η «Ρωμιοσύνη» που την είχε γράψει το 1945-1947.

Την «Ρωμιοσύνη» μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης, τον Ιανουάριο του 1966 και την παρουσίασε για πρώτη φορά στο θέατρο «Κεντρικόν».

Το 1967 η χούντα συλλαμβάνει τον Γιάννη Ρίτσο και τον οδηγεί στον Ιππόδρομο στο Νέο Φάληρο. Από εκεί με αρματαγωγά στην Γυάρο. Το 1968 εισάγεται υπό φρούρηση στο νοσοκομείο Άγιος Σάββας. Χειρουργείται και οδηγείται ξανά πίσω στο στρατόπεδο. Τέλη Οκτωβρίου του ’68 μεταφέρεται στο Καρλόβασι της Σάμου όπου τίθεται υπό περιορισμό στο σπίτι της γυναίκας του. Καταφέρνει και βγάζει έξω στη Γαλλία το «Πέτρες, Επαναλήψεις, Κιγκλίδωμα» καθώς και τα «Δεκαοχτώ Λιανοτράγουδα της Πικρής Πατρίδας» τα οποία μελοποιεί ο Θεοδωράκης και τα παρουσιάζει σε συναυλίες. Ξεσηκώνεται νέο διεθνές κίνημα συμπαράστασης. Τον Ιανουάριο του ’70 αίρεται ο κατ’ οίκον περιορισμός του. Επιστρέφει στην Αθήνα. Ο Παττακός του προτείνει χορήγηση διαβατηρίου υπό τον όρο να απόσχει από κάθε επίκριση του καθεστώτος. Αρνείται κατηγορηματικά. Τον Φεβρουάριο πεθαίνει η αδελφή του Νίνα. Τον Απρίλιο συλλαμβάνεται ξανά και στέλνεται στην Σάμο. Στο τέλος της χρονιάς αίρεται ο περιορισμός και επιστρέφει στην Αθήνα όπου και εγχειρίζεται. Εν τω μεταξύ έχει ανακηρυχθεί μέλος της Ακαδημίας Λογοτεχνών και Επιστημών Μάιντς της Δυτικής Γερμανίας. Το 1971 αίρεται η λογοκρισία και κυκλοφορούν πολλά έργα του στο εξωτερικό.

1973. Ο Γιάννης Ρίτσος διαδηλώνει την πρώτη μέρα της κατάληψης του Πολυτεχνείου. Πολιτειακή μεταβολή στις 24 Ιουλίου 1974 και η λογοκρισία αίρεται. Το 1975 ο Γιάννης Ρίτσος αναγορεύεται επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με πρωτοβουλία του Γ.Π. Σαββίδη. Το 1977 ο Γιάννης Ρίτσος τιμάται με το βραβείο Λένιν για την Ειρήνη.

 Συνεχίζει να γράφει, ενώ μεταξύ 1983 και 1986 θα μας δώσει την συλλογή από πεζά «Εικονοστάσιο Ανωνύμων Αγίων». Κοινωνικά και ατομικά βιώματα, μύχιες σκέψεις και επιθυμίες γραμμένα σε μια τολμηρή γλώσσα.