Ένα εντυπωσιακό πανόραμα του κόσμου του πνεύματος και της τέχνης του Μεσοπολέμου, στεγάζεται στο σπίτι του εμβληματικού Έλληνα ζωγράφου Νίκου Χατζηκυριάκου - Γκίκα (1906-1994), στην οδό Κριεζώτου, αριθμός 3.
Μια πρώτη γεύση αυτής της «κιβωτού» πολιτισμού, θα πάρει το κοινό στη Διεθνή Συνάντηση Σύγχρονης Τέχνης, Art Athina, (12-15/5), όπου συμμετέχει με δικό του περίπτερο το Μουσείο Μπενάκη, αφιερωμένο φέτος στην «Πινακοθήκη Χατζηκυριάκου- Γκίκα». Το φιλόδοξο παράρτημα του Μουσείου Μπενάκη, αναμένεται να εγκαινιαστεί το φθινόπωρο του τρέχοντος έτους.

«O επισκέπτης που θα περάσει το κατώφλι αυτού του κτιρίου θα δει να ξεκινάει η ιστορία της πνευματικής και καλλιτεχνικής ζωής του τόπου μας από το τέλος της δεκαετίας του ’20 ως τις παραμονές της δικτατορίας του 1967», λέει ο διευθυντής του Μουσείου Μπενάκη και οραματιστής αυτού του πρωτοπόρου για τα μουσειολογικά δεδομένα έργου , Άγγελος Δεληβοριάς.

Το πενταώροφο κτίριο θεωρείται τυπικό αρχιτεκτονικό δείγμα πολυκατοικίας του Μεσοπολέμου. Χτίστηκε το 1932 με εντολή του πατέρα του ζωγράφου, ναυάρχου Αλεξάνδρου Χατζηκυριάκου, από τον αρχιτέκτονα και καθηγητή στο Πολυτεχνείο, Κωνσταντίνο Κιτσίκη. Κι όταν ο ζωγράφος πήρε την απόφαση να κατοικήσει μόνιμα με την οικογένειά του στο κτίριο στα μέσα της δεκαετίας του '50, πρόσθεσε έναν επιπλέον όροφο, τον οποίο διαμόρφωσε ο ίδιος, με τη βοήθεια των μαθητών του στην Αρχιτεκτονική Σχολή του Πολυτεχνείου, Αντώνη Κιτσίκη και Αλέξανδρου Παπαγεωργίου.

Ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, έζησε και εργάστηκε στην πολυκατοικία της Κριεζώτου, μέχρι τον θάνατό του το 1994.Πέντε χρόνια πριν, είχε δωρίσει το κτήριο στο Μουσείο Μπενάκη.

Οι πολύχρονες εργασίες του Αγγελου Δεληβοριά και των συνεργατών του, για την εσωτερική διαμόρφωση του κτιρίου και την ανάδειξη του πλούτου της γενιάς του Μεσοπολέμου, δικαιώνουν το αποτέλεσμα. Η Πινακοθήκη Γκίκα συναρπάζει με τα εκθέματά της , απόλαυση και τεκμήριο κορυφαίων στιγμών της ελληνικής ποίησης, πεζογραφίας, φωτογραφίας, αρχιτεκτονικής, χορού, γλυπτικής.

«Η διαδρομή που θα κάνει ο επισκέπτης», επισημαίνει ο Αγγελος Δεληβοριάς, «είναι χρονολογική, με αφετηρία το έτος της γέννησης και με πρώτους εκπροσώπους στο ισόγειο, τον Σωτήρη Σπαθάρη, τον Φώτη Κόντογλου, τον Γιώργο Γουναρόπουλο, τον Δημήτρη Μητρόπουλο, τη Βούλα Παπαϊωάννου, τον Christian Zervos, τον Δημήτρη Πικιώνη, τον Σπύρο Παπαλουκά, δηλαδή ό,τι καλύτερο παρήγαγε η Ελλάδα σ’ αυτά τα χρόνια, τα πολύ δύσκολα χρόνια της ιστορίας της θα βρίσκεται συγκεντρωμένο μέσα σ’ αυτό το κτήριο”

Η ιστορία αυτή τελειώνει στον τρίτο όροφο με τον Τλούπα, τον Μπαλάφα, το Κουλεντιανό, τον Άρη Κωνσταντινίδη, τον Γιάννη Παππά, το ελληνικό χορόδραμα, τον Μάνο Χατζηδάκι, τον Γιάννη Μόραλη, τον Μίνω Αργυράκη, τον Μιχάλη Κατσαρό, τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Μιχάλη Κακογιάννη, τον Μπος και από κει και πέρα το υπόλοιπο τμήμα του τρίτου ορόφου αναπτύσσεται το έργο του Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα».

Τα εκθέματα πολλά και ποικίλα: πίνακες ζωγραφικής, χαρακτικά, γλυπτά, ιστορικά χειρόγραφα, εκδόσεις, δίσκοι 45 στροφών, παρτιτούρες μεγάλων ελλήνων μουσικών , προσωπικά αντικείμενα, φωτογραφίες.

Εδώ βρίσκεται η γενιά του Μεσοπολέμου, όπως λέει ο Αγγελος Δεληβοριάς, αποφεύγοντας τον όρο «γενιά του 30», συχνά παρεξηγημένο εξαιτίας της έννοιας της ελληνικότητας, που συνδέθηκε μαζί της και όχι μόνο.

Στην ριζικά ανανεωμένη Πινακοθήκη Χατζηκυριάκου- Γκίκα, δεν υπάρχουν στεγανά. Η βεντάλια των εκθεμάτων ανοίγει σε ιδεολογικές και πολιτισμικές επιλογές που χαρακτήρισαν την εποχή. ‘Εργα και τεκμήρια πνευματικών ανθρώπων και καλλιτεχνών της Αριστεράς , - Μέμος Μακρής, Μέλπω Αξιώτη, Γιάννης Ιμβριώτης, Ρόζα Ιμβριώτη, το βραβείο Λένιν του Γιάννη Ρίτσου_ συνυπάρχουν με τεκμήρια προέδρων Δημοκρατίας όπως ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, τα δύο ελληνικά Νόμπελ λογοτεχνίας του Γιώργου Σεφέρη και του Οδυσσέα Ελύτη, παρτιτούρες κλασικής μουσικής, στίχους τραγουδιών δια χειρός Μάρκου Βαμβακάρη.Οι μυθικές φιγούρες από την παράσταση «Ο Γάμος του Καραγκιόζη» του Σωτήρη Σπαθάρη το 1940, το γράμμα του Γιάννη Σκαρίμπα στον Αγγελο Σικελιανό το 1936, γλυπτά του Τόμπρου, του Ζογγολόπουλου, ο μπερές της Διδώς Σωτηρίου.Κι ανάμεσά τους και το περίστροφο τύπου Bayard 9 mm, με το οποίο αυτοκτόνησε ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης, (21/7/1928).Δίπλα από το περίστροφο εκτίθεται και η τελευταία επιστολή του αυτόχειρα.

Σε ένα τμήμα του τρίτου ορόφου, είναι εγκατεστημένη η Πινακοθήκη που είχε οργανώσει ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας το 1991, με έργα από όλους τους τομείς της δημιουργίας του. Πίνακες , γλυπτά αλλά και σχέδια του εμπνευσμένα από τα ταξίδια του στην Ινδία, την Ιαπωνία, το Μεξικό, η σειρά μεταλλίων που φιλοτέχνησε με τους «μυθικούς εραστές», Περσέα και Ανδρρομέδα, Απόλλωνα και Δάφνη κ.ά.

Ο τέταρτος όροφος του κτιρίου, διατηρεί την ιδιαιτερότητά του, αφού εκεί βρίσκεται το σπίτι που έζησε ο Χατζηκυριάκος -Γκίκας. Το καθιστικό του σπιτιού, η τραπεζαρία με τον πίνακα της «Κηφισιάς» και το επιζωγραφισμένο από τον ίδιο ξύλινο νεοκλασικό μπαλκόνι,το γραφείο του πατέρα του, ο οποίος και πρωτοκατοίκησε την πολυκατοικία.

Ο χώρος αυτός, «εκτός του ότι περιλαμβάνει την βιβλιοθήκη, το αρχείο, τα έγγραφα του ναυάρχου που έχουν ιδιαίτερη σημασία ιστορική», εξηγεί η υπεύθυνη της Πινακοθήκης Γκίκα, Ιωάννα Προβίδη, είναι ιδιαίτερος γιατί ο Γκίκας «διάλεξε να βάλει εδώ, πίνακες που φιλοτέχνησε και αφορούν τα πρόσωπα της οικογένειάς του. Το πορτραίτο του πατέρα του, ναυάρχου Χατζηκυριάκου, το πορτραίτο της πρώτης του γυναίκας, Τίγκης, με τίτλο «Η αποκοιμισμένη γυναίκα», το πορτρέτο της γιαγιάς του Ελένης Γκίκα και τις «δύο φίλες»- πίνακα που απεικονίζει τις δύο γυναίκες της ζωής του ζωγράφου , την πρώτη του και την δεύτερη σύζυγο, την Τίγκη και την Μπάρμπαρα αντίστοιχα».

Στον πέμπτο και τελευταίο όροφο, βρίσκεται το εργαστήρι του ζωγράφου, διατηρημένο ακριβώς όπως το είχε οργανώσει και διακοσμήσει ο ίδιος. Mόνη προσθήκη η ειδική κατασκευή από πλέξι γκλας, όπου φυλάσονται τα πινέλα του, οι μπογιές, τα εργαλεία της δουλειάς του.

« Στο εργαστήρι του αντάμωνε και με τους ανθρώπους της γενιάς του με τους οποίους ήταν στενά συνδεδεμένος. Θέλω να πω", εξηγεί ο Άγγελος Δεληβοριάς, « ότι όσοι εκτίθενται τελικά σ’ αυτό το κτίριο, στο μεσοπόλεμο και την ιστορία του, ήταν συνδεδεμένοι μεταξύ τους, διασταυρωνόντουσαν συνεχώς είτε σε εκδόσεις, είτε σε συνέδρια, είτε σε εκθέσεις, όλος αυτός ο κόσμος, η ψυχή δηλαδή του τόπου μας, αντάμωνε σ’ αυτόν το χώρο και ανταμώνει και είμαι βέβαιος ότι κυρίως η νεότερη γενιά θα αναζητήσει εδώ μέσα τα μέτρα και τα σταθμά που της χρειάζονται για να πάει παραπέρα».