«Εχει μεγάλη ηθική συνείδηση» είχε πει ο Πάμπλο Πικάσο βλέποντας την πρώτη ατομική έκθεση του 21χρονου το 1927 Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα στην γκαλερί Μερσιέ του Παρισιού. Εξι χρόνια αργότερα, πριν ο νεαρός Ελληνας ζωγράφος αποφασίσει να επιστρέψει οριστικά στην Ελλάδα (1935) και να προσδεθεί στο άρμα του «κινήματος της ελληνικότητας», ο στενός του φίλος Λε Κορμπιζιέ, βλέποντας την προοπτική να γίνει ένας Ευρωπαίος ζωγράφος μεγάλου βεληνεκούς, τον παρότρυνε να παραμείνει στη Γαλλία: «Πρέπει να βάλεις τα δυνατά σου και να γίνεις ένας μεγάλος ζωγράφος. Ο ζωγράφος που ήρθε από την Ελλάδα, με το ανελέητο φως της: ο Ελληνας και όχι πια, και όχι μόνο: Ελ Γκρέκο».

Τι εννοούσε ο Πικάσο με τον διφορούμενο λόγο του; Μια απάντηση δίνει ο Κυριάκος Κουτσομάλλης, διευθυντής του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης του Ιδρύματος Β. & Ε. Γουλανδρή στην Ανδρο, όπου θα φιλοξενηθεί φέτος αφιέρωμα στο έργο του Γκίκα: «Αυτό που ήθελε προφανώς να του πει είναι ότι οι νέοι καλλιτέχνες έπρεπε να ενεργούν με ανοιχτούς ορίζοντες για ουσιαστικές αναζητήσεις. Κι ότι η τέχνη έπρεπε να συμπορεύεται με τα κινήματα ιδεών, να επενδύει σε νέες αξίες, καθιστώντας την ιστορική και κοινωνική πραγματικότητα σημαίνον περιεχόμενό της».

Εάν είναι έτσι, ο Ελληνας ζωγράφος, που θεωρείται ως ο εισηγητής του μοντερνισμού στην Ελλάδα, ο πιο Ευρωπαίος Ελληνας ζωγράφος που όμως κατόρθωσε να ενσωματώσει τις κατακτήσεις της ευρωπαϊκής τέχνης στην ελληνική παράδοση, εισέπραξε το μήνυμα με το παραπάνω.

Η έκθεση στην Ανδρο, με τίτλο «Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας (1906-1994): Ενας συγχρονισμένος αιώνιος», όπως τον είχε χαρακτηρίσει ο Οδυσσέας Ελύτης, από 3 Ιουλίου έως 25 Σεπτεμβρίου, θα δείξει μέσα από 104 έργα (71 ζωγραφικά, 21 σχέδια και 12 γλυπτά) τη δύσκολη αλλά συναρπαστική πορεία του ζωγράφου και διανοούμενου: από τη γαλλική πρωτοπορία και τις επιρροές του από τη χρωματική ευαισθησία του φοβισμού, τη ρυθμική μουσικότητα του ορφισμού και τον αναλυτικό κυβισμό του Πικάσο και του Μπρακ, μέχρι τον αγώνα του να βρει το δικό του ύφος, συνταιριάζοντας τις ευρωπαϊκές επιδράσεις με το ελληνικό φως.

«Για να δέχεται ξένες επιδράσεις ένας καλλιτέχνης ή ένα έθνος, θα πει ότι δε μπορεί να κάνει αλλιώς» είχε πει ο Γκίκας, Ψαριανός από τον πατέρα του και Υδραίος από τη μητέρα του, γόνος μεγαλοαστικών οικογενειών.

Από το «Μεγάλο Τοπίο της Υδρας», το σημαντικότερο τοπίο της ελληνικής τοπιογραφίας, και μετά, οι επιδράσεις της ευρωπαϊκής πρωτοπορίας άρχισαν σταδιακά να γίνονται πιο αχνές και ο μαθητής να παίρνει τη θέση του δασκάλου.

Η τέχνη του εξελίσσεται ανά περιόδους, στα διάφορα εργαστήριά του (Παρίσι, Αθήνα, Υδρα, Κέρκυρα). Σήμερα, 17 χρόνια μετά τον θάνατό του, το έργο του αποκτά όλο και μεγαλύτερη καλλιτεχνική και εμπορική αξία, ενώ το όνομα του δασκάλου και δημιουργού ανήκει στην ομάδα εκείνη που συγκρότησε τον πολιτισμό της σύγχρονης Ελλάδας.

Για τον Γκίκα με την κλασική παιδεία, όχι μόνο η ζωγραφική και η γλυπτική, αλλά και η αρχιτεκτονική, η λογοτεχνία, η ποίηση, η μουσική, όλες οι καλές τέχνες, είχαν την ίδια σημασία.


















Πηγή: ethnos.gr