Υπό την απειλή, από νωρίς το απόγευμα, του αττικού ουρανού, που ευτυχώς, δεν έγινε πραγματικότητα, εκτυλίχθηκαν χθες βράδυ -σε δεύτερες παραστάσεις- στη σκηνή του Ηρώδειου, τα δρώμενα της «Καβαλερία Ρουστικάνα» του Πιέτρο Μασκάνι και των Παλιάτσων (Pagliacci) του Ρουντζέρο Λεονκαβάλο. Στο κατάμεστο θέατρο στα πόδια της Ακρόπολης «φιλοξενούνται» αυτή την περίοδο -στο πλαίσιο του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών- και για πρώτη φορά μαζί, δύο όπερες, αντιπροσωπευτικά δείγματα του «καταραμένου» κάποτε στην εμφάνισή του (19ο αιώνα) βερισμού. Του «κινήματος» που «ανέβασε» τα λαϊκά στρώματα ομαδόν επί σκηνής, που «επαναστάτησε» στο επεξεργασμένο και αισθητικά «φτιασιδωμένο» δράμα της Τραβιάτα, αποδεικνύοντας ότι και οι κατώτερες τάξεις έχουν καρδιά και οδηγούνται σε κρεσέντα, φωνές, κραυγές, ακραίες επιλογές, απόλυτα συνεπείς προς το αυθεντικό μη ελεγχόμενο ερωτικό πάθος, χωρίς το πλούσιο ντεκόρ του σαλονιού, χωρίς τη βοήθεια, εντέλει, του εφέ, που αμβλύνει τις κοφτερές γωνίες της πλοκής και ισορροπεί ψυχή και ματιά.

Με κόσμο πολύ επάνω στη σκηνή, σε μαύρο φόντο (ενδυματολογικά) στη μονόπρακτη Καβαλερία Ρουστικάνα (σσ. οι φαν της όπερας δυσπιστούν έναντι της απόδοσης «Αγροτική Ιπποσύνη», εκτιμώντας ότι το άκουσμα του τίτλου σε άλλη γλώσσα από τη «μητρική», τη χειμαρρώδη, τη σαρωτική, αλλά και τόσο ποιητική σισιλιάνικη, αλλοιώνει το συνολικό αποτέλεσμα), συγκίνησε το εκπαιδευμένο πια κοινό της, με την κλασική συνταγή στο λιμπρέτο: ένας γάμος, που έγινε σύμβαση ή από σύμβαση - μία απιστία - ένα οδυνηρό αιματηρό «ξεκαθάρισμα».

Η ηρωίδα του Μασκάνι, Σαντούτσα (όμορφη η ερμηνεία της Χαρίκλειας Μαυροπούλου), αγαπάει, δε βρίσκει ανταπόκριση, πονάει βαθιά, ικετεύει, απορρίπτεται τελεσίδικα και τη στιγμή που ο Χριστός ανασταίνεται (ο χρόνος μέσα στον οποίο εξελίσσεται η πλοκή είναι η κορύφωση του πασχαλινού δράματος σε κάποιο χωριό της Σικελίας), εκείνη «σκοτώνει» την αξιοπρέπειά της, προκαλώντας ένα δράμα τιμής, που στέλνει στον ηθικό εξαγνισμό τον άπιστο σύζυγό της (πληθωρικός ο Βαγγέλης Χατζησίμος, στο ρόλο του Τουρίντου) και την ίδια στην κόλαση.

Οι Παλιάτσοι, το εγχείρημα του Λεονκαβάλο, που «εζήλωσε» τη δόξα του Μασκάνι και επιχείρησε να συνθέσει ένα αντίστοιχα επιτυχημένο βεριστικό αποτέλεσμα, εξελίσσεται σε άλλο χρόνο και άλλο στιλιστικό χρώμα.

Ένα ολόκληρο χωριό αυτή τη φορά, νέοι γέροι και παιδιά, ντυμένοι στα καλά, τα κυριακάτικα, ξέχειλοι από χαρά, περιμένουν την παράσταση του πλανόδιου κωμικού θιάσου. Μόνο που στα παρασκήνια αυτού του θιάσου τα πρόσωπα δεν γλιτώνουν το ζόφο της πραγματικότητας. Άλλωστε, είναι απλά άνθρωποι. Νωρίτερα, στην πρώτη περίοδο του έργου, έχει ήδη αποκαλυφθεί η απιστία της Νέντα -πρωταγωνίστριας του θιάσου- (θαυμάσια, όπως πάντα, η Έλενα Κελεσίδη) απέναντι στον σύζυγό της, Κάνιο -πρωταγωνιστή. Ο απατημένος ξεδιπλώνει τον πόνο του στην υπέροχα ερμηνευμένη (από τον Στιούαρτ Νηλ), άρια «ridi pagliaccio» (γέλα παλιάτσο) και βασανίζεται από το «στήσιμο» του εγκλήματος, που θα ξεπλύνει την τιμή του.

Εντέλει, οδηγείται στο διπλό φονικό (της συζύγου και του εραστή της), δίνοντας στην κωμική παράσταση ένα τραγικό φινάλε, μπροστά στα μάτια του έκπληκτου κοινού. Η ατάκα του αφηγητή «Η κωμωδία έλαβε τέλος» κατεβάζει την αυλαία.

Η μουσική των Μασκάνι και Λεονκαβάλο, «παιχνιδάκι» στις παρτιτούρες των έμπειρων μουσικών της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, υπό τη μπαγκέτα του μουσικού διευθυντή Λουκά Καρυτινού, ηγήθηκε και συνόδευσε, συνόδευσε και ηγήθηκε με εξαιρετικό αποτέλεσμα.