«Η ουτοπία δεν είναι αυτό που δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, αλλά αυτό που δεν έχει ακόμα πραγματοποιηθεί. Πιστεύω στα θαύματα και κυρίως στην πάλη των ανθρώπων όπως συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα» ανέφερε μιλώντας στην αίθουσα του κτιρίου " Πειραιώς 260",του Φεστιβάλ Αθηνών, η 72 χρονη Αριάν Μνουσκίν.
Η ιδρύτρια του "Θεάτρου του Ηλιου" συνομίλησε με το ελληνικό κοινό λίγο πριν πέσει η αυλαία των παραστάσεων των «Ναυαγών της Τρελής Ελπίδας».

Από νωρίς άνθρωποι όλων των ηλικιών γέμισαν ασφυκτικά το χώρο του Φεστιβάλ Αθηνών,στην Πειραιως 260, βομβαρδίζοντάς την με ερωτήσεις για τον τρόπο δουλειάς της, την παράσταση, τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις στην Ευρώπη και φυσικά για το αυτοσχέδιο θεατρικό δρώμενο που πραγματοποίησε χθες με το θίασό της στην πλατεία Συντάγματος.

«Εάν δεν ήξερα τι συμβαίνει στην Ελλάδα, θα ήμουν τυφλή και κουφή. Το ίδιο συμβαίνει και στην Μαδρίτη. Ένα αντίστοιχο κίνημα κατά των μεταρρυθμίσεων για τις συντάξεις έχει γίνει και στην Γαλλία. Πήγαμε στο Σύνταγμα για να τιμήσουμε αυτούς που βρίσκονται εκεί και ψάχνουν να βρουν λύσεις. Ψάχνουν να βρουν το κλειδί που θα ορίσει την μοίρα τους. Το κλειδί που δόθηκε στις αγορές την δεκαετία του 70 και από την Δεξιά και από την Αριστερά στην Ευρώπη. Μας πήρε 40 χρόνια για να φτάσουμε εδώ. Παρά την αργκό που χρησιμοποιούν οι οικονομολόγοι, οι λαοί αρχίζουν να μεταφράζουν και να καταλαβαίνουν πως λένε ψέματα» υποστήριξε η Γαλλίδα δημιουργός.

Εξηγώντας γιατί επέλεξε να ανεβάσει τους «Ναυαγούς της τρελής ελπίδας» ανέφερε: «Η ιδέα γι αυτήν την παράσταση προέκυψε , ενώ ετοιμαζόμασταν να ανεβάσουμε τον Μάκβεθ του Σέξπιρ. Είχα φύγει στην Αγγλία για να εργαστώ πάνω στην μετάφραση του έργου. Στην προσπάθειά μου να το μεταφράσω, μου προέκυπτε έργο για τον Νικολά Σαρκοζί. Αυτό θα ήταν άδικο και για τον Σέξπιρ και για τον Μάκβεθ. Τότε κουβαλούσα ένα βιβλίο του Ιουλίου Βερν και αποφάσισα να ανεβάσω τελικά τους «Ναυαγούς».

Μιλώντας για τις κρατικές επιχορηγήσεις, είπε πως χωρίς αυτές το Θέατρο του ήλιου δεν θα υπήρχε. Ωστόσο τόνισε πως ο θίασος δεν περιμένει να ζήσει αποκλειστικά από αυτές. «Είναι σημαντικό ότι από τα έσοδά μας το 60% προέρχεται από τα εισιτήρια και το 40% από τις επιχορηγήσεις του κράτους. Αυτό είναι μοναδικό». Όσο για τους μισθούς ; «Είναι ταπεινοί και πληρωνόμαστε όλοι το ίδιο».

«Ο πολιτισμός είναι μία δημόσια ωφέλεια, όπως η παιδεία, η υγεία και οι συγκοινωνίες, γι αυτό και θεωρώ πως πρέπει να υπάρχουν επιχορηγήσεις. Καμιά φορά όμως οι θεσμοί που είναι ισχυρές δομές, δεν έχουν τόση ευαισθησία απέναντι σε μικρότερες» συμπλήρωσε. Σε ερώτηση που αφορούσε τη χρήση νέων τεχνολογιών στο θέατρο, απάντησε πως δεν της αρέσει η τεχνολογία να κομπάζει, αλλά μόνο όταν τίθεται στην υπηρεσία ενός ποιητικού οράματος.

Κλείνοντας μίλησε γενικότερα για την τέχνη του θεάτρου. «Το θέατρο μπορεί σε μία βραδιά ν' αλλάξει ένα πρόσωπο. Και αυτό το πρόσωπο ν’ αλλάξει άλλους. Η τέχνη είναι ένα εργαλείο πολιτισμού κατά της βαρβαρότητας και της άγνοιας. Στο θέατρο ο άλλος είμαστε εμείς και αποτελεί μέρος της ανθρώπινης συνείδησης» κατέληξε.