Από τους σημαντικότερους ζωγράφους της εποχής μας, ο Αμερικανός Σάι Τουόμπλι, οι μεγάλοι καμβάδες του οποίου σε στυλ γκράφιτι τον κατέστησαν στα μάτια πολλών συνεχιστή του Τζάκσον Πόλοκ, έφυγε από τη ζωή στα 83 του. Δύο χρόνια πριν είχε επισκεφθεί, για τελευταία φορά, την Ελλάδα, με αφορμή την έκθεση τεσσάρων έργων του, που εγκαινίαζε το φθινόπωρο του 2009 το παράρτημα της γκαλερί Γκαγκόζιαν στην Αθήνα.

Ο Τουόμπλι, που έπασχε από καρκίνο, άφησε την τελευταία του πνοή σε νοσοκομείο της Ρώμης. Γεννημένος στο Λέξινγκτον της Βιρτζίνια, το 1928, ζούσε από το 1957 στην Ιταλία. Αφού αναδύθηκε από την καλλιτεχνική σκηνή της Νέας Υόρκης της δεκαετίας του ΄50 ανέπτυξε μια βαθιά σχέση με τη μεσογειακή Ευρώπη. Η απόφασή του να εγκαταλείψει το Μανχάταν, όπου μοιραζόταν ένα στούντιο με τον Ρόμπερτ Ράουσενμπεργκ, συνέπεσε με τη μεταστροφή του από τον αφηρημένο εξπρεσιονισμό σε ένα ώριμο στυλ, εμπνευσμένο από την ποίηση, τη μυθολογία, την ευρωπαϊκή ιστορία και λογοτεχνία. Συχνά επικαλούνταν τον ποιητή Μαλαρμαί, αλλά και κλασικούς μύθους και αλληγορίες στα έργα του. Το 1961 μάλιστα ταξίδεψε στις Κυκλάδες και δημιούργησε έναν κύκλο σχεδίων με τίτλο "Δήλιες Ωδές", τρία από τα οποία εκτίθενται έως τις 10 Οκτωβρίου στην ομαδική έκθεση "The gast grand tour. Σύγχρονοι περιηγητές στην Ελλάδα", στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης.

Φιγούρα - "κλειδί"
Ο Τουόμπλι έγινε γνωστός για τα αφηρημένα έργα του στα οποία συνδύαζε ζωγραφική και τεχνικές σχεδίου, επαναλαμβανόμενες γραμμές και τη χρήση λέξεων και του γκράφιτι. Θεωρείται φιγούρα-"κλειδί" ανάμεσα σε μια γενιά καλλιτεχνών, οι οποίοι προσπάθησαν να αναπτυχθούν πέρα από τον αφηρημένο εξπρεσιονισμό. Πριν απομακρυνθεί από τον εξπρεσιονισμό και βάλει πλώρη για τις αφηρημένες συνθέσεις του, πήρε μέρος το 1964 στην Μπιενάλε Βενετίας.

Μια αναδρομική έκθεσή του περιόδευσε τη διετία 2008 και ΄09 στην Ευρώπη, από την Τέιτ Μόντερν έως το Γκουγκενχάιμ του Μπιλμπάο και το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Ρώμης. Πέρυσι ζωγράφισε την οροφή μιας αίθουσας του Λούβρου. Ηταν ο πρώτος καλλιτέχνης που του δόθηκε αυτή η τιμή μετά τον Μπρακ στη δεκαετία του ΄50. Το έργο ήταν κάτι απλό: μπλε φόντο με αιωρούμενους δίσκους και διακοσμημένο με ονόματα γλυπτών από την αρχαία Ελλάδα.

"Εναν μεγάλο Αμερικανό ζωγράφο που αγαπούσε βαθιά την παλιά Ευρώπη", τον χαρακτήρισε ο Γάλλος υπουργός Πολιτισμού Φρεντερίκ Μιτεράν.


















Πηγή: ethnos.gr