Ήταν πάντοτε αυτό που έδειχνε: Ένας σπουδαίος μουσικός και ένας σπουδαίος διασκεδαστής. Χάρη σ’ αυτόν η τζαζ υπάρχει όπως την ξέρουμε σήμερα. Θυμάται κανείς τον Louis Armstrong ηλικιωμένο; Γέρο; Να τα έχει λιγάκι χαμένα, ο λόγος του με κενά, ασαφής; Δε νομίζω. Όλοι τον θυμούνται επί σκηνής να φυσάει γουρλώνοντας τα μάτια και να τραγουδάει  κάνοντας εκείνα τα θηριώδη scat. Ήταν 70 ετών και το βράδυ της 5ης Ιουλίου 1971, το βράδυ πριν τον θάνατό του, έπαιζε στο πολυτελές ξενοδοχείο της Νέας Υόρκης Waldorf Astoria... Εντάξει, δεν θα περίμενε κανείς να τον δει σε κάποιο σκοτεινό τζαζ κλαμπ –τα είχε κόψει αυτά από πολύ νωρίς, γιατί από πολύ νωρίς ήταν σταρ, σχεδόν από τότε που βγήκε από το αναμορφωτήριο της Νέας Ορλεάνης, όπου είχε μπει ως ένα ακόμη αλητάκι που έπαιζε με αληθινά όπλα σε ηλικία που έπρεπε να παίζει μόνο με ψεύτικα. Μόνο που στη Νέα Ορλεάνη της παιδικής του ηλικίας υπήρχαν μόνο αληθινά, και η έννοια του παιχνιδιού ήταν πολύ σχετική για τα παιδιά που μεγάλωναν μόνα τους, στα δρομάκια της συνοικίας με τα πορνεία, όπως ο Louis και τα αδέρφια του. Ευτυχώς, όταν βγήκε από τη φυλακή (έγχρωμων) ανηλίκων είχε μάθει να παίζει τρομπέτα.

Ο Louis Armstrong ήταν πάντοτε αυτό που έδειχνε: Ένας σπουδαίος μουσικός και ένας σπουδαίος διασκεδαστής. Χάρη σ’ αυτόν η τζαζ υπάρχει όπως την ξέρουμε σήμερα. Με την αυθεντικότητά του, το χαρισματικό παίξιμο και την αστείρευτη έμπνευση ο Louis Armstrong σφράγισε τη μουσική του 20ού αιώνα όσο ελάχιστοι καλλιτέχνες -πέρα και πάνω από μουσικά είδη. Όσον αφορά την τζαζ, ήταν ο πρώτος επαναστάτης της. Αυτός που πήρε το τοπικό ιδίωμα της Νέας Ορλεάνης και από μουσική του δρόμου, καλή μονάχα για διασκέδαση στις κακόφημες συνοικίες της πόλης, την έκανε μορφή τέχνης με παγκόσμια επιρροή.

Τα περίφημα Hot Five και Hot Seven σχήματα που έφτιαξε και οι ηχογραφήσεις που έκανε με αυτά στο Σικάγο τη δεκαετία του '20, μετέτρεψαν την τζαζ από μουσική συνόλου σε τέχνη για σολίστες, ανεβάζοντας τον πήχη ψηλά για κάθε μουσικό. Με τον ήχο εκείνων των ηχογραφήσεων αρχίζει η πραγματική ιστορία της τζαζ -και με αυτόν τον μουσικό, τον Louis Armstrong, ο οποίος δέχτηκε την πρόσκληση του μέντορά του, του τρομπετίστα King Oliver, εγκατέλειψε τη Νέα Ορλεάνη και τα ποταμόπλοια και το 1922 εγκαταστάθηκε στο Σικάγο και στην ορχήστρα του Oliver (“Creole Jazz Band”). Το Σικάγο τη δεκαετία του '20 ήταν η τζαζ πρωτεύουσα της Αμερικής. Εκεί κυριαρχούσαν οι γκάνγκστερ, τα κλαμπ (τους) και η τζαζ –όχι όμως αυτή των big band αλλά τα μικρότερα σχήματα, κουιντέτα και σεξτέτα. Ήταν η εποχή της ποτοαπαγόρευσης, η οποία τελικώς, οδήγησε στρατιές άγριων νιάτων, κοπέλες χαλαρών ηθών, μπον βιβέρ, διάφορους τύπους που πλούτισαν με μαύρο χρήμα όπως και περιθωριακούς στο παράνομο ποτό και στα παράνομα κλαμπ που διοικούνταν από τη Μαφία και λειτουργούσαν με την ανοχή της αστυνομίας. Και οι Ιταλο-αμερικανοί γκάνγκστερ που τα λειτουργούσαν φρόντιζαν η διασκέδαση την οποία πρόσφεραν να ήταν εξαιρετικού επιπέδου...
Οι γκάνγκστερ είχαν το καλύτερο γούστο γιατί είχαν στα χέρια τους το χρήμα. Εν μέσω ποτοαπαγόρευσης, night club, μάχες μεταξύ συμμοριών και βιομηχανικού παροξυσμού, η τζαζ οργίασε και μετατράπηκε σε παγκόσμιο χορευτικό φαινόμενο. Οι γκάνγκστερ απολάμβαναν τα κέρδη από το λαθρεμπόριο πληρώνοντας τους καλύτερους μουσικούς για να παίξουν τη νέα μόδα. Φυσικά, η συντριπτική πλειονότητα ήταν μαύροι μουσικοί οι οποίοι μετανάστευαν με τα κρουαζιερόπλοια ή τα πλοία-φορτηγά που ανέβαιναν τον Μισσισσιππή. Όπως μετανάστευαν βόρεια και χιλιάδες μαύροι εργάτες σε πόλεις όπως το Σικάγο, που πρόσφεραν πολλές νέες ευκαιρίες σε όλους, και βέβαια και στους μουσικούς.
Εκεί λοιπόν, στο Σικάγο, οι θρυλικές ηχογραφήσεις του Louis Armstrong με τα Hot Five και Hot Seven το 1926-27 δεν θα είχαν συμβεί ποτέ εάν η τότε σύζυγός του η Lil Hardin, που έπαιζε πιάνο και τραγουδούσε στα δύο γκρουπ δεν ήταν τόσο φιλόδοξη και τόσο ζηλιάρα. Το 1925, μετά από μερικές ηχογραφήσεις που έκαναν μαζί στη Νέα Υόρκη, η Lil είχε φύγει για το Σικάγο, ενώ ο Louis παρέμεινε στο Big Apple  συνεργαζόμενος με τον Fletcher Henderson και τη θρυλική ορχήστρα του. Η Lil ήταν σίγουρη ότι ο Louis την απατούσε (για μία ακόμη φορά). Έκλεισε λοιπόν σταθερή δουλειά στο κλαμπ Chicago Dreamland και του έστειλε τελεσίγραφο: ή έρχεσαι στο Σικάγο ή σε χωρίζω. Για να εξασφαλίσει την οικογενειακή γαλήνη αλλά και με το δέλεαρ της αύξησης που του είχε κανονίσει η Lil, από τα 55 στα 75 δολάρια την εβδομάδα, ο Armstrong τα μάζεψε γρήγορα από τη Νέα Υόρκη, πήγε στο Σικάγο έφτιαξε το δικό του σχήμα και… άλλαξε, οριστικά, την τζαζ. Φυσικά, λίγο μετά, χώρισε και με τη Lil…

Μέσα σε μόλις δύο χρόνια, το 1926 και το 1927, και εν μέσω άγριων μερόνυχτων με μουσική, πιστολίδια και αλκοόλ ο Louis Armstrong ηχογράφησε 67 κομμάτια που άλλαξαν την τζαζ –αλλά και τη μουσική του 20ου αιώνα. Με δυο λόγια, πήρε την τζαζ από το χέρι και από χορευτική μόδα την έκανε τέχνη.
Μάλιστα, σε ένα από αυτά τα 67 κομμάτια που ηχογράφησε, με τίτλο «Heebie Jeebies», έκανε το μεγάλο βήμα και εισήγαγε την τέχνη του ρυθμικού τραγουδιού χωρίς λόγια, το λεγόμενο scat singing -που τον έκανε διάσημο.

Ο Armstrong ισχυρίστηκε αργότερα ότι αυτό συνέβη στη διάρκεια της ηχογράφησης του τραγουδιού, όταν το χαρτί με τους στίχους γλίστρησε, εκείνος έχασε τα λόγια και άρχισε να αυτοσχεδιάζει. Πάντως τόσο η Lil όσο και ο θρυλικός τρομπονίστας Kid Ory που ήταν παρόντες, αμφιβάλλουν κατά πόσο το scat του Louis Armstrong ήταν αυθόρμητο και όχι προσχεδιασμένο. Σίγουρα όμως έκανε την ηχογράφηση αυτή μία μεγάλη εμπορική επιτυχία και με το ξεχωριστό του στιλ στο τραγούδι έδειξε τι σημαίνει "προσωπικό ύφος", σε μια εποχή που η ερμηνεία των τραγουδιστών ακολουθούσε αυστηρούς κανόνες. Το τραγούδι που δεν ανήκε στο «ευτελές» και ταπεινό είδος της λαϊκής μουσικής –για τα πανηγύρια- όφειλε να έχει σοβαρότητα και να δείχνει τη λυρική του καταγωγή. Όμως η φωνητική ερμηνεία στην τζαζ, από τότε που αυτή ξεχώρισε ως αυτόνομο μουσικό είδος, ήταν διαρκώς αντιμέτωπη μ' ένα θεμελιώδες δίλημμα που ξεπερνούσε τη διάκριση ανάμεσα σε «λαϊκή» και «σοβαρή» μουσική: πώς να επανεφεύρει τον εαυτό της; Πώς δηλαδή, ενώ τα όργανα μιμούνται την ανθρώπινη φωνή, η φωνή να μιμηθεί τα όργανα; Όσο η τζαζ οδηγούνταν στο να είναι μια ορχηστρική, κυρίως, τέχνη, το τραγούδι έμοιαζε ξένο σώμα, κατάλοιπο της εμπορικής μουσικής από την οποία η τζαζ διαχώριζε τον εαυτό της. Αυτή την απάντηση, για πρώτη φορά και με τον πιο εμφατικό τρόπο, την έδωσε ο Louis Armstrong και έγινε το πρότυπο για κάθε ερμηνευτή, με εμφανείς βέβαια τις μπλουζ ρίζες του ακόμη κι όταν δεν τραγουδούσε τα μπλουζ.

Όταν βέβαια η τζαζ έγινε συνειδητή μορφή της αφροαμερικάνικης τέχνης και απέκτησε ισχυρό φυλετικό πρόσημο, ο “Satchmo” έγινε στόχος πολλών επιθέσεων από τη νεότερη και πιο πολιτικοποιημένη γενιά μουσικών της τζαζ. Τον κατηγόρησαν ως «μπαρμπα-Θωμά», υποταγμένο στους λευκούς και τις επιταγές της μουσικής τους βιομηχανίας, υποταγμένο και στην αμερικάνικη κυβέρνηση υπό την αιγίδα της οποίας έκανε περιοδείες σε όλο τον κόσμο. Έθιξαν ακόμη και την «παλιομοδίτικη» μουσική του (ας αναλογιστούμε ότι η τζαζ είχε διανύσει μεγάλες αποστάσεις και είχε φτάσει σε υψηλά επίπεδα ποιότητας, έτη φωτός από τη χορευτική μουσική που είχε παραλάβει και διαμορφώσει ο Louis Armstrong). Αφορμή για πολλές από τις επιθέσεις ήταν και η τεράστια εμπορική επιτυχία που γνώρισε με το τραγούδι  “Hello Dolly!” το 1964 και η εμφάνισή του στην ομότιτλη ταινία στο πλάι της Barbra Streisand το 1969 –και ενώ είχε ήδη εμφανιστεί σε περισσότερες από 50 ταινίες του Χόλιγουντ. Προς στιγμήν φάνηκε ότι τα επιτεύγματά του ξεχάστηκαν, ίσως γιατί η τζαζ ήταν ακόμη ένα ποπ φαινόμενο, όταν όμως η μόδα πέρασε και έμεινε η τέχνη, τότε όλοι, μουσικοί αλλά και μελετητές, επέστρεψαν γρήγορα στα πρώτα χρόνια και στους «πρωτομάστορες» της τζαζ. Και, όσον αφορά τον Louis Armstrong, η σημασία και η αξία του ήταν πέρα από κάθε σύγκριση.


Πηγή: tospirto.gr