Ο Ναμπούκο, η δημοφιλής όπερα του Τζουζέπε Βέρντι, παρουσιάζεται από την Εθνική Λυρική Σκηνή στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού για τέσσερις παραστάσεις (26, 27, 28, 29 Ιουλίου). Την Ορχήστρα και τη Χορωδία της Ε.Λ.Σ., διευθύνει υπό την έμπειρη μπαγκέτα του ο αρχιμουσικός Ηλίας Βουδούρης.

Τον κεντρικό ρόλο της Αμπιγκαΐλλε θα ερμηνεύσουν, η Αμαρίλι Νίτσα (26, 28/7) και η Άντα Λουίζ Μπόγκτζα (27, 29/7).

Ο Ναβουχονόδωρ (Nabucodonosor / Nebuchadnezzar στα αγγλικά) –ή Ναμπούκο (Nabucco), όπως καθιερώθηκε μετά από παράσταση στην Κέρκυρα το 1844- αποτελείται από τέσσερα μέρη. Το ποιητικό κείμενο είναι του Τεμίστοκλε Σολέρα και βασίζεται στο θεατρικό Ναβουχοδονόσωρ των Ωγκύστ Ανισέ-Μπουρζουά και Φρανσίς Κορνύ (1836) όπως επίσης στο σενάριο ενός ομώνυμου μπαλέτου σε χορογραφία του Αντόνιο Κορτέζι (1838). Η υπόθεση αφορά στην αιχμαλωσία των Εβραίων από τον βασιλιά της Βαβυλώνος Ναβουχοδονόσορα. Όταν στην αλαζονεία του εκείνος ζητά απ’ όλους να τον υμνούν ως θεό, τον πλήττει κεραυνός. Στρεφόμενος προς τον Ιεχωβά βρίσκει πάλι τα λογικά του, απελευθερώνει τους Εβραίους και συναινεί στην σχέση της πραγματικής κόρης του, της Φενένας, με τον Ισμαήλ, ανιψιό του βασιλιά της Ιερουσαλήμ. Στον Ιεχωβά στρέφεται στο τέλος και η Αμπιγκαΐλλε, που σφετερίστηκε την εξουσία του.

Πρεμιέρες
Ο Ναμπούκο πρωτοπαρουσιάστηκε στην Σκάλα του Μιλάνου στις 9 Μαρτίου 1842. Το ελληνικό κοινό άκουσε την όπερα για πρώτη φορά στην Κέρκυρα, στο περίφημο θέατρο Σαντζάκομο (του Αγ. Ιακώβου) στις 28 Σεπτεμβρίου 1844. Σε εκείνες τις παραστάσεις η όπερα μετονομάστηκε από Ναβουχοδονόσορ σε Ναμπούκο. Στην Αθήνα αναφέρεται παράσταση από ιταλικό θίασο στις 22 Φεβρουαρίου 1851. Στο ρεπερτόριο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής η όπερα μπήκε στις 25 Ιουνίου 1959.

Η ιστορία της σύνθεσης της όπερας
Η ευρύτερα διαδεδομένη εκδοχή σχετικά με την σύνθεση του Ναμπούκο αναφέρει ότι στα τέλη του 1839 ο Βέρντι υπέφερε από κατάθλιψη βαριάς μορφής. Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα είχε χάσει την κόρη του Βιργινία (1838) τον γιο του Ιτσίλιο (1839) και την νεαρή γυναίκα του Μαργαρίτα (1840). Η πρώτη του όπερα Ομπέρτο κόμης του Αγ. Βονιφατίου (1839) σημείωσε μέτρια επιτυχία ενώ η δεύτερη, Μία ημέρα Βασιλείας (1840)  μία κωμωδία, αποδοκιμάστηκε από το κοινό της Σκάλας του Μιλάνου με τον εντονότερο τρόπο. Ο συνθέτης είχε αποφασίσει να εγκαταλείψει την σύνθεση.
Την ίδια εποχή ο Μπαρτολομέο Μερέλλι, ιμπρεσάριος της Σκάλας του Μιλάνου, είχε στα χέρια του ποιητικό κείμενο με θέμα τη βιβλική οργή του Ναβουχοδονόσορα, βασιλιά της Βαβυλώνας. Κατέβαλλε πολλές άκαρπες προσπάθειες να εντοπίσει τον συνθέτη που θα αναλάμβανε να συνθέσει μία όπερα που θα βασιζόταν στο συγκεκριμένο κείμενο. Αισίως, το κείμενο έφτασε και στα χέρια του Βέρντι. Σε απόσπασμα επιστολής του Βέρντι προς τον εκδότη του Τζούλιο Ρικόρντι το 1879, ο συνθέτης περιγράφει τα ακόλουθα: «Ήταν φθινόπωρο του 1841. Επιστρέφοντας, ένοιωθα μία απροσδιόριστη δυσφορία, μία βαθιά θλίψη, ένα πόνο στην καρδιά μου! Έφτασα σπίτι, πέταξα το χειρόγραφο με μία βίαιη κίνηση στο τραπέζι και στάθηκα μπροστά του. Όπως έπεσε στο τραπέζι άνοιξε τυχαία σε κάποια σελίδα και τα μάτια μου καρφώθηκαν στην φράση «Σκέψη, πέτα πάνω σε χρυσαφένια φτερά». Εξακολούθησα να διαβάζω με συγκίνηση, πολύ περισσότερο που το κείμενο αποτελούσε παράφραση της Βίβλου, που με συντρόφευε συχνά. Διάβασα ένα πρώτο απόσπασμα και αμέσως ένα δεύτερο. Ωστόσο, σταθερός στην απόφασή μου να μην συνθέσω άλλη όπερα, το έκλεισα και έπεσα για ύπνο! Όμως ο Ναμπούκο γύριζε μεσ’ το κεφάλι μου! Δε μπορούσα να κοιμηθώ. Σηκώθηκα και το διάβασα όχι μία αλλά δύο ή τρεις φορές, έτσι ώστε το πρωί ήξερα σχεδόν απέξω το ποιητικό κείμενο του Σολέρα».

Αυτή η εκδοχή της ιστορίας της σύνθεση του Ναμπούκο παραμένει μέχρι σήμερα η πιο διαδεδομένη.
Πλησιέστερη όμως στην πραγματικότητα μοιάζει η εκδοχή που αναφέρεται στο βιβλίο Volere è Potere (Όποιος θέλει, μπορεί) του Μικέλε Λεσσόνα. Σύμφωνα με αυτήν «Ο νεαρός συνθέτης επέστρεψε με το ποιητικό κείμενο στο σπίτι, το πέταξε σε μια γωνιά χωρίς να του ρίξει ούτε ματιά και για τους επόμενους πέντε μήνες διάβαζε φτηνά μυθιστορήματα. Μία ωραία πρωία, περί τα τέλη Μαΐου, το ευλογημένο κείμενο έπεσε και πάλι στα χέρια του: διάβασε διαγώνια την τελευταία σκηνή, εκείνη του θανάτου της Αμπιγκαΐλλε (που αργότερα αφαιρέθηκε), κάθισε σχεδόν μηχανικά στο πιάνο –το πιάνο αυτό που τόσο καιρό είχε μείνει βουβό- και συνέθεσε την μουσική για την σκηνή αυτή. Ο πάγος είχε σπάσει. Όπως κάποιος που βγαίνει από μία υγρή, σκοτεινή φυλακή και εισπνέει πάλι τον καθαρό αέρα του αγρού, έτσι και ο Βέρντι βρέθηκε πάλι στο στοιχείο του. Μέσα σε τρεις μήνες η σύνθεση του Ναμπούκο είχε ολοκληρωθεί και ήταν από κάθε άποψη έτσι όπως την γνωρίζουμε σήμερα».
























Πηγή: in.gr