Δυναμική, δαιμονική, διανοούμενη της μόδας. Μια γυναίκα μύθος, που το όνομά της είναι συνώνυμο της γυναικείας κομψότητας. Η Κοκό Σανέλ. Η μεγάλη κυρία της μόδας που, με επίκεντρο τη Γαλλία, απελευθέρωσε τις γυναίκες του κόσμου. Τώρα έρχεται στο ελληνικό προσκήνιο -40 χρόνια μετά το θάνατό της- με την κυκλοφορία του βιβλίου «Η αύρα της Σανέλ», μια αυτοβιογραφική αφήγηση στον Γάλλο διπλωμάτη και φίλο της συγγραφέα Πολ Μοράν, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Άγρα.

Η ιστορία της μοιάζει με μυθιστόρημα: Γεννημένη το 1883 μέσα στη φτώχεια, ορφανή από μητέρα, μεγάλωσε έγκλειστη σε ορφανοτροφείο, χωρίς πατέρα, καθώς οι γονείς της δεν είχαν παντρευτεί. Ξεκίνησε μοδίστρα σε ραφείο και παράλληλα τραγουδούσε σε καμπαρέ. Γνώρισε τον αριστοκράτη Ετιέν Μπαλζάκ, που της άνοιξε τις πόρτες της λεγόμενης «καλής κοινωνίας». Καπάτσα, εκκεντρική, προκλητική και φεμινίστρια, έφερε τα πάνω κάτω στη μόδα. Εκείνη ήταν που λάνσαρε πρώτη τα γυναικεία παντελόνια, τα μαύρα ταγιέρ, τις ψηλοτάκουνες γόβες και τα κοντά μαλλιά. Εκείνη απελευθέρωσε τη γυναίκα από τους κορσέδες και τις βάτες. Μια άσημη που, εκ του μηδενός, δημιούργησε έναν από τους διασημότερους οίκους μόδας. Με τη φαντασία της, αλλά και με τη σκληρότητά της ως εργοδότρια.

Όλα αυτά τα αφηγείται με άνεση, καυστικότητα, χιούμορ, λες και αφορούν άλλον άνθρωπο. Μια ανθολόγηση των πιο ποιητικών αλλά και ρεαλιστικών της αφηγήσεων για τον εαυτό της και για τη μόδα, δείχνει τη δύναμη του αποφθεγματικού της λόγου :

    «Έχω διατηρήσει τον μαύρο χαρακτήρα μου σαν την καρδιά μιας χώρας που δεν συνθηκολόγησε ποτέ».

    «Υπήρξα επαναστάτρια ως ερωμένη, επαναστάτρια ως μοδίστρα, ένας αληθινός σατανάς».

    «Για να κρατήσει το ενδιαφέρον της διαφήμισης, η ραπτική παραδόθηκε στην εκκεντρικότητα , γεγονός όχι απλώς ανόητο αλλά και εντελώς παράλογο, γιατί η εκκεντρικότητα καταστρέφει την προσωπικότητα».

    «Το φόρεμα δεν είναι ούτε αρχαία τραγωδία, ούτε ζωγραφικός πίνακας. Είναι μια γοητευτική και εφήμερη δημιουργία. Η μόδα οφείλει να πεθαίνει και να πεθαίνει γρήγορα».

    «Η περιποίηση της ομορφιάς πρέπει να αρχίζει από την καρδιά και την ψυχή, αλλιώς τα καλλυντικά δεν χρησιμεύουν σε τίποτα».

    «Μισώ τις συμβουλές, όχι επειδή είμαι ξεροκέφαλη, αλλά αντιθέτως επειδή επηρεάζομαι πολύ εύκολα»…

Στις 261 σελίδες του βιβλίο (στη Γαλλία εκδόθηκε το 1976), σε μετάφραση της Βάνας Χατζάκη, ο αναγνώστης απολαμβάνει μια φωνή -ποτάμι, φωνή -φωτιά, αλλά και φωνή -ματαιότητας.

Αυτή η «αθάνατη» πέθανε το 1971 σε ηλικία 87 ετών. Πέθανε αρνούμενη να παντρευτεί, εντελώς μόνη σε ένα ξενοδοχείο. «Θα ήταν πολύ δύσκολο για έναν άντρα να ζήσει μαζί μου, εκτός κι αν ήταν πολύ δυνατός. Αν ήταν όμως πιο δυνατός από μένα, τότε δεν θα μπορούσα εγώ να ζήσω μαζί του»…