«Χωρίς χορό χωρίς κρασί, δίχως τραγούδι η Κρήτη, δίχως τη λύρα ν΄ακουστεί, δε ζεις στον Ψηλορείτη…», λέει η μαντινάδα αποκαλύπτοντας σε όλο της το μεγαλείο την ανάγκη του Κρητικού να «ζώνεται» με ήχο, κίνηση και ανθρώπους, μέσα στη φύση, που κινείται.
Χρόνια πολλά πίσω, τόσο κατά μόνας, όσο και στην παρέα του, ο άνθρωπος της Κρήτης είχε ανάγκη την παρουσία των μουσικών οργάνων. Τα μουσικά όργανα της Κρήτης έχουν εξέχουσα θέση στις κρητικές οικογένειες. Τα δε τελευταία 10 χρόνια στη Μεγαλόνησο έχει αυξηθεί πολύ ο αριθμός μουσικών σχολών. Σε κάθε οικογένεια έστω ένα μέλος της εκπαιδεύεται σε κάποιο παραδοσιακό μουσικό όργανο.

Όλοι όσοι ασχολούνται με τη διδασκαλία των παραδοσιακών -παλιότερων και νεότερων- κρητικών οργάνων δηλώνουν πως η διατήρηση της ταυτότητας του νησιού, σε μεγάλο βαθμό, οφείλεται στη μουσική παράδοση και παιδεία.

Λίγο πριν φύγει για τον αιώνιο ύπνο, ο αείμνηστος Λεωνίδας Κλάδος, δεξιοτέχνης της λύρας και συνθέτης επιτυχημένων τραγουδιών και μελωδιών, από τις Μοίρες Ηρακλείου, είχε τονίσει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ πως η Κρήτη «στήριξε τους αγώνες της, την ιστορία, το αύριό της σε ανθρώπους που πάνω από όλα είχαν μουσική παιδεία μέσα τους. Από τις ανασκαφές που αφορούν τη μινωική περίοδο έως και σύγχρονα ηχητικά ντοκουμέντα (σσ. αναφερόταν στον Ελευθέριο Βενιζέλο) μπορεί να καταλάβει όποιος έχει λίγο μυαλό, πως, καλιά να πολεμάς με μουσικά και όχι πολεμικά όργανα. Καλιά να σε θυμούνται οι ανθρώποι για τη μουσική σου, παρά για τη σιδερένια δύναμή σου».

Δεν είναι τυχαίο που από σχεδόν μωρά τα κρητικόπουλα δέχονται ως δώρα, παιδικές λύρες, μαντολινάκια, φλογερίτσες και παιδικά νταούλια. Μπορεί η λύρα να «πρωταγωνιστεί» στα μουσικά σχήματα του νησιού, αλλά τα τοπικά μουσικά όργανα είναι πολλά και χωρίζονται στις οικογένειες των χορδόφωνων, των αερόφωνων, των μεμβρανόφωνων.

Στα χορδόφωνα ηγείται η λύρα, η οποία με τρεις ή τέσσερις χορδές (τα τελευταία κυρίως χρόνια) έχει τη δυνατότητα με διαφορετικά χορδίσματα να μπαίνει σε ανεξερεύνητους μουσικούς δρόμους για τα απλά παραδοσιακά όργανα. Η λύρα κατασκευάζεται σε τρία μεγέθη που διαφοροποιούν τον ήχο της: το λυράκι, τη λύρα και τη βροντόλυρα. Σήμερα πια οι χορδές της λύρας είναι μεταλλικές. Στα πρώτα της χρόνια και για αιώνες η λύρα διέθετε χορδές από έντερα ζώων. Αν και από το 1930 το βιολί σιγά σιγά εκτόπιζε τη λύρα από την παράδοση των περιφερειών της χώρας, στην Κρήτη το συγκεκριμένο χορδόφωνο συνδέθηκε με την ταυτότητα του νησιού και την έκφραση των Κρητικών. «Υγραίνει, λένε, ο ήχος τζη των αμαθιών την άκρη, γι αυτό και τηνε κάμανε τη λύρα σα το δάκρυ».

Το βιολί ανήκει κι αυτό στην οικογένεια των μουσικών οργάνων που κατάφεραν να ισχυροποιήσουν τη θέση τους στη μεγαλόνησο, κυρίως όμως στην άκρη της δυτικής και της ανατολικής Κρήτης. Είναι ολόιδια κατασκευή κι έχει την ίδια ηχητική φυσιογνωμία με το δυτικό βιολί, παρατηρείται, όμως, ότι προσδίδει πιο επιβλητική χροιά και πιο έντονο ύφος στα μουσικά ακούσματα.

Το λαούτο ή λαγούτο μαγεύει αν ο λαουτιέρης γνωρίζει πώς να «τρέξει» τα δάχτυλα του στα τάσια και τις νότες, στις τέσσερις διπλές χορδές του. Είναι αρκετά ογκωδέστερο από εκείνο άλλων περιφερειών της χώρας, με ξεχωριστή παρουσία στα μουσικά σχήματα της Κρήτης, κυρίως τα τελευταία χρόνια. Το λαούτο έχει διπλό ρόλο. Από τη μία κρατάει το ίσο στη λύρα, που συνοδεύει, από την άλλη, όταν το γλέντι κρατά ολόκληρη τη νύχτα, αυτό με τη σειρά του ανά διαστήματα, παίρνει τον πρώτο ρόλο για να ξεκουράσει τον λυράρη, να του δώσει χρόνο να κουρδίσει τη λύρα του, ή να επιτρέψει στους μουσικούς να κατέβουν να μιλήσουν με τον κόσμο. «Χάρε, σε μάχη σε καλώ κι αν το βαστάει η ψυχή σου, εγώ με το λαούτο μου και συ με το σπαθί σου».

Το μαντολίνο απαντάται κυρίως στις ορεινές επαρχίες της Κρήτης. Είναι ικανό να κρατήσει από μόνο του την καλή διάθεση για γλέντι στην παρέα από την αρχή ίσαμε το τέλος. Είναι όργανο ευρωπαϊκής προέλευσης, με καταγωγή από την μεσαιωνική μαντόλα ή μαντόρα. Έφτασε στην Κρήτη την εποχή της Ενετοκρατίας και τα τελευταία χρόνια ενισχύει με τους πολύ γρήγορους ρυθμούς τη θέση του στα μουσικά ακούσματα του νησιού. Είναι γεγονός πως πολλοί Κρήτες μουσικοί επιλέγουν το μαντολίνο για να προσδώσουν περισσότερη ευαισθησία στο ηχόχρωμα των συνθέσεων και των τραγουδιών τους. Το σχήμα του, που διατηρείται στην Κρήτη, είναι το αχλαδοειδές με τις διπλές χορδές να είναι ικανές να αναδύουν ένα βιμπράτο, ώστε να θεωρείται από πολλούς, ως το όργανο της ερωτικής Κρήτης. «Λεβέντης είναι αυτός που η ψυχή του κλαίει, κρατεί το μαντολίνο του μα μήτε λέξη λέει».

Το μπουλγαρί, είναι το όργανο, που σήμερα έχει χάσει την αίγλη του, μιας και τα παλαιότερα χρόνια βρισκόταν σε πολύ υψηλό βάθρο στην κρητική μουσική σκηνή. Ανήκει στην οικογένεια των ταμπουράδων, με το ηχείο του να είναι κυρτό αχλαδοειδές και με βραχίονα μακρύ και λεπτό. Έχει τρεις διπλές λεπτές ατσάλινες χορδές και κινητό καβαλάρη (θέση στην κάτω άκρη των χορδών) για τη διαμόρφωση του ήχου. Μοιάζει με το αραβικό σάζι, αλλά το μέγεθός του θυμίζει τον τζουρά. Γνώρισε μεγάλη δόξα κυρίως μετά το 1915 με τους μικρασιάτες που έφτασαν στην Κρήτη. Άρχισε να φθίνει την μετακατοχική περίοδο. Το Ρέθυμνο είχε αγαπήσει πολύ το μπουλγαρί, κυρίως επειδή ένας από τους δεξιοτέχνες του ήταν ο Στέλιος Φουσταλιεράκης, ή Φουσταλιέρης, που έμενε στον τόπο.

Η κιθάρα μπορεί να μην είναι παραδοσιακό όργανο της Κρήτης, την τελευταία 20ετία, όμως, έχει μπει για τα καλά μέσα στα μουσικά σχήματα ως καθαρά συνοδευτικό όργανο. Σε κάποιες περιπτώσεις ορισμένοι καλλιτέχνες, χορδίζουν την κιθάρα κατά τρόπο τέτοιο, ώστε να «φέρνει» σε ήχο στο μπουλγαρί.

Στα αερόφωνα μουσικά όργανα της Κρήτης εντυπωσιακή είναι η παρουσία της ασκομαντούρας. Κατέχει σημαντική θέση στη μουσική ιστορία του τόπου, αλλά δεν απολαμβάνει την προτίμηση της νέας γενιάς. Ίσως είναι η εικόνα της, που δεν γοητεύει. Πρόκειται για ένα ασκί, το οποίο συγκεντρώνει τον αέρα για να διατηρεί τον συνεχόμενο ήχο. Το επιστόμιο είναι από καλάμι και είναι αυτό είναι που βοηθάει στο να διατηρείται φουσκωμένο το ασκί. Καταλήγει σε αυλό με πέντε τρύπες η οποίες αποδίδουν ήχο αρχέγονο και δυνατό. Η ασκομαντούρα ή ασκομπαντούρα, ή φλασκομαντούρα, θεωρείται απόγονος του άσκαυλου, του αρχαίου πνευστού μουσικού οργάνου, που αναφέρεται στη Λυσιστράτη του Αριστοφάνη. Έχει ταυτιστεί με την ύπαιθρο και την ποιμενική ζωή, ενώ η μετακατοχική περίοδος δεν τη βοήθησε να αναπτυχθεί όσο θα της άξιζε, κάτι που συμβαίνει στην Ευρώπη μιας και η ασκομαντούρα συγγενεύει με την γκάιντα. Το συγκεκριμένο πνευστό έχει αποδώσει μελωδίες, που επηρέασαν τη μουσική ταυτότητα της Κρήτης. «Δεν είμαι ασκί να με χτυπάς, να βγάνεις την οργή σου, μα ασκομπαντούρα που ζητά να γειάνει τη ψυχή σου».

Το θιαμπόλι, είναι η κρητική φλογέρα. Λέγεται δε και φθιαμπόλι, φτιαμπόλι, φιαμπόλι, παμπιόλι, μπαμπιόλι, χαμπιόλι, σφυροχάμπιολο, σφυροχάμπουλο, πειροχάμπιολο, ή γλωσσοχάμπιολο. Είναι όργανο των βοσκών που κατάφερε να κρατάει συντροφιά στις πολλές μοναχικές ώρες όλων όσοι ως ακρίτες επιμένουν στην ορεσίβια ζωή και τη προβολή της ορεινής φυσιογνωμίας του νησιού. Η επάνω πλευρά του έχει έξι τρύπες και η κάτω μία, η οποία βοηθάει στις διέσεις. Συνδράμει, ως όργανο, σε εισαγωγές μουσικών συνθέσεων, ενώ όσοι θεωρούνται δεξιοτέχνες μπορούν και συνοδεύουν με μεγάλη ευκολία τούς μουσικούς δρόμους της λύρας. «Σα σου σφυρίζω να γυρνάς να βλέπεις το θιαμπόλι, να βλέπω εγώ στα μάτια σου την οικουμένη όλη».

Το μόνο μεμβρανόφωνο όργανο της Κρήτης είναι το νταουλάκι. Το κρητικό τύμπανο. Είναι μικρογραφία του νταουλιού, που με τα δύο ραβδάκια του οργανοπαίχτη, κρατάει το ρυθμό και εντυπωσιάζει στα σόλα του. Δημιουργεί τονική ένταση και στο άκουσμά του εγείρει συναισθήματα που ταιριάζουν με την έμφυτη ένταση των Κρητών. Παλαιότερα, το συναντούσε κανείς κυρίως στην ανατολική Κρήτη. Σήμερα, όμως, σχεδόν όλα τα μουσικά σχήματα, σε όλους τους νομούς, το χρησιμοποιούν. Για το νταουλάκι, ή αλλιώς τουμπί, υπάρχουν αναφορές από τις αρχές του 15ου σε κείμενα της κρητικής λογοτεχνίας. «Αν είχα μες στα σωθικά αντίς καρδιά νταούλι, θε ν΄ άκουγε κι ο θιός του πόνου το μεδούλι».

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ