Στις 14 Ιουνίου του 1986 ο αργεντινός συγγραφέας Χόρχε Λουίς Μπόρχες, από τους κορυφαίους συγγραφείς του 20ού αιώνα, πέθανε από καρκίνο του ήπατος στη Γενεύη. Ήταν 86 ετών. Στοχαστής, δοκιμιογράφος, πεζογράφος, ποιητής, ανθολόγος, μεταφραστής, καθηγητής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Μπουένος Άιρες, ήταν ένας διανοούμενος του οποίου η έντονη επίδραση παραμένει άφθαρτη.

Η Σουηδική Ακαδημία δεν του απένειμε ποτέ το Νομπέλ λογοτεχνίας, κάτι που δυσαρεστούσε τον συγγραφέα του «Βιβλίου των φανταστικών όντων», της «Παγκόσμιας ιστορίας της ατιμίας», του «Άλεφ», των «Μυθοπλασιών», του «Βιβλίου της άμμου», όμως τα πυκνά σύντομα κείμενά του με το ιδιαίτερο ύφος, όπου ο φιλοσοφικός στοχασμός και το πλήθος των διακειμενικών αναφορών συναντιούνται με το φανταστικό και το μαγικό, τα αγάπησαν αναγνώστες σε όλον τον κόσμο και γνώρισαν αναρίθμητους μιμητές.

Εντελώς τυφλός από τα τέλη της δεκαετίας του 1950, ζούσε με τη μητέρα του ως τον θάνατό της -με ένα μικρό διάλειμμα-, η οποία είχε αναλάβει τον ρόλο της βοηθού και γραμματέως του.

Τιμώντας τα 25 χρόνια από τον θάνατό του, η ισπανική εφημερίδα «El País» φιλοξενεί αφιέρωμα στον σπουδαίο συγγραφέα, στο οποίο ο αμερικανός δημοσιογράφος των «Νew York Times» και συγγραφέας Γκέι Ταλίς θυμάται την πρώτη του συνάντηση με τον Μπόρχες με την αφορμή συνέντευξης για την εφημερίδα του.

Η συνάντησή τους πραγματοποιήθηκε στις αρχές του 1962, στο ξενοδοχείο Algonquin της Νέας Υόρκης. Μεταφέρουμε ορισμένα αποσπάσματα από την αφήγηση του χρονικού της συνάντησής τους, το οποίο, μία πεντηκονταετία αργότερα, διαβάζεται με πολύ ενδιαφέρον.

Όταν ο Γκέι Ταλίς συνάντησε τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες

Ήμουνα γύρω στα 30. Εκείνη την εποχή εργαζόμουν ως συντάκτης στους «Τimes». Μια μέρα με κάλεσε ο αρχισυντάκτης μου και μου ανέθεσε να πάρω συνέντευξη από τον Μπόρχες, του οποίου το έργο γνώριζα βεβαίως. Στην προοπτική της συνάντησης με τον μεγάλο λογοτέχνη ένιωσα να με καταλαμβάνει νευρικότητα.

Συναντηθήκαμε στο λόμπι του ξενοδοχείου του τη συμφωνημένη ώρα. Μολονότι γνώριζα ότι ήταν τυφλός, μου έκανε αμέσως εντύπωση η εμφανής εγρήγορση του, η ετοιμότητά του να πληροφορηθεί τα πάντα. Καθόταν σε μια καρέκλα με ψηλή πλάτη από την οποία έμοιαζε να παρακολουθεί το πήγαινε έλα των δεκάδων πελατών που κινούνταν στο θορυβώδες λόμπι. Δίπλα του βρισκόταν η μητέρα του, η οποία, παρ' ότι ήταν τότε στα 85 της, δεν φαινόταν μεγαλύτερη από 60 ετών.

Μπορώ να πω ότι ήταν μια γυναίκα καταπληκτικής ομορφιάς, ανεπηρέαστης από την ηλικία. Φαντάζομαι ότι δεν θα ήταν πολύ ομορφότερη στα 25 της, διότι στα 85 ακτινοβολούσε ζωντάνια και ενέργεια διαχρονική και το απαλό δέρμα του προσώπου της μαρτυρούσε γυναίκα καλά διατηρημένη, η οποία πρέπει να αφιέρωνε καθημερινά χρόνο στην περιποίηση του εαυτού της ώστε να παραμένει ελκυστική.

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής μου με τον γιο της, άκουγε προσεκτικά και μερικές φορές έλεγε κάτι, μια λέξη, για να υπογραμμίσει όσα έλεγε εκείνος.

Η συνάντηση με τον Μπόρχες και την αξέχαστη μητέρα του δεν κράτησε περισσότερο από μισή ώρα. Όπως και ο πατέρας και ο παππούς του, ο προπάππος και ο προπροπαππούς του, ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες οδηγούνταν αργά στην τύφλωση. Αλλά ακόμη και η τύφλωση, μου είπε, έχει πλεονεκτήματα.

«Πριν, ο έξω κόσμος παρενέβαινε πολύ», δήλωσε ο 62χρονος αργεντινός διανοούμενος. «Τώρα, όλος ο κόσμος είναι κλεισμένος μέσα μου. Και βλέπω καλύτερα, γιατί μπορώ να δω όλα τα πράγματα που ονειρεύομαι. Ήταν μια σταδιακή τύφλωση, τίποτε τραγικό», συνέχισε. «Αν τυφλωθείτε ξαφνικά, ο κόσμος όλος γκρεμίζεται. Αλλά αν περάσετε πρώτα από το λυκόφως, τα πράγματα κυλούν διαφορετικά. Δεν χρειάζεται να κάνετε τίποτε. Μπορείτε να ησυχάσετε. Οι τυφλοί έχουν πολλή γλύκα. Η κωφοί, όμως, όχι. Οι κωφοί είναι πολύ ανυπόμονοι. Μερικές φορές οι άνθρωποι γελούν με τους κωφούς. Κανείς όμως δεν γελάει με έναν τυφλό».

Τις προσεχείς ημέρες ο Μπόρχες έδινε σειρά διαλέξεων σε αμερικανικά πανεπιστήμια, στο Γέιλ, στο Χάρβαρντ, στο Κολούμπια, στο Πρίνστον για κλασικά κείμενα της αργεντινής λογοτεχνίας, «όπως το θαυμάσιο ποίημα "Martín Fierro" που γράφτηκε από τον José Hernández το 1872 και μιλά για έναν gaucho ο οποίος είναι πραγματιστής αλλά και λίγο ρομαντικός. Επίσης θα παρουσιάσω έναν άλλο μεγάλο αργεντινό ποιητή, τον Lugones, που μετέφρασε Όμηρο στα ισπανικά».

Καθ' όλη την περιοδεία των διαλέξεών του, εφόδια του Μπόρχες αποτελούσαν η εξαιρετική, η σχεδόν αλάθητη, μνήμη του -συνέπεια της τύφλωσης επίσης- και η δυναμική μητέρα του. Η μητέρα του Μπόρχες, όπως ο γιος της, έζησε το μεγαλύτερο μέρος των προεπαναστατικών χρόνων στο Μπουένος Άιρες αγωνιζόμενη ενάντια στον Χουάν Περόν, μάλιστα κάποτε πέρασε μία εβδομάδα στη φυλακή επειδή συμμετείχε σε διαδήλωση εναντίον του.

«Οι συγγραφείς υπέφεραν πολύ στα χρόνια της δικτατορίας», είπε ο Μπόρχες, αλλά εξίσου κακή ήταν η κατάσταση στην Αργεντινή και 30 χρόνια νωρίτερα, «όταν διαβάζαμε τα έργα και πλέναμε τα ρούχα ο ένας του άλλου». Τώρα, όμως, οι συγγραφείς είχαν προοδεύσει, και ιδιαίτερα εκείνος. Είχε ήδη συγγράψει 30 βιβλία δοκιμίων, ποίησης και διηγημάτων.

«Δεν πιστεύω ότι ο Περόν γνώριζε ότι γραφόταν λογοτεχνία στη χώρα του», λέει ο Μπόρχες. «Μας δημιουργούσε κάθε δυνατό εμπόδιο, αλλά εκείνο που τον απασχολούσε περισσότερο στην πραγματικότητα ήταν να παρακινήσει τους ανθρώπους σε όλον τον κόσμο να εναντιωθούν στις ΗΠΑ και να στείλει ανθρώπους στη φυλακή».
Αν και ο Μπόρχες δεν μπορούσε τότε να μαντέψει τις μακροπρόθεσμες συνέπειες της τελευταίας συνεδρίασης του Οργανισμού Αμερικανικών Κρατών στην Πούντα ντελ Εστε στην Ουρουγουάη (όταν η Κούβα αποβλήθηκε από τον Οργανισμό), είπε ότι «δυστυχώς» ο Φιντέλ Κάστρο φαίνεται ότι έχει εξασφαλίσει πόρους και «οι κομμουνιστές είναι έτοιμοι».

«Οι Βορειοαμερικανοί πάντοτε παρεξηγούνται», πρόσθεσε. «Αν δώσετε χρήματα στον κόσμο, πιστεύουν ότι τους δωροδοκείτε. Αν δεν τους δώσετε…», σκέφτεται, «ίσως είναι καλύτερα».

Η μητέρα του Μπόρχες κοίταξε το ρολόι του και του θύμισε ότι είχε ένα άλλο ραντεβού σε λίγα λεπτά. Σηκώθηκα, έσφιξα το χέρι και των δυο και τους ευχαρίστησα που μου αφιέρωσαν τον χρόνο τους. Έπειτα έτρεξα στα γραφεία των «Νew York Times», τα οποία ήταν μόλις δύο τετράγωνα μακριά, ελπίζοντας αυτό που θα έγραφα να ήταν αντάξιο αυτού του εξαιρετικού ανθρώπου των γραμμάτων και της μητέρας του. Στον δρόμο σκεφτόμουν όσα είπε για τους τυφλούς, ειδικά την αλησμόνητη φράση: «Τώρα, όλος ο κόσμος είναι μέσα μου και βλέπω καλύτερα γιατί μπορώ να βλέπω τα πράγματα που ονειρεύομαι».


Πηγή: Το Βήμα