Ο Κωνσταντίνος Καζάκος μιλάει για τον "κόντρα" ρόλο του στο μιούζικαλ "Παναγία των Παρισίων", που ανεβαίνει στο θέατρο "Ορφέας", με Εσμεράλδα τη Μαρία Κορινθίου. Φέτος έρχεται αντιμέτωπος με έναν "πάρα πολύ ωραίο και ιδιαίτερο ρόλο", όπως τον χαρακτηρίζει. Υποδύεται τον Κουασιμόδο στην παραγωγή της "Παναγίας των Παρισίων, που κάνει πρεμιέρα στις 7 Οκτωβρίου στην Κεντρική Σκηνή του θεάτρου "Ορφέας", σε προσαρμογή σε μιούζικαλ και σκηνοθεσία Χάρη Βορκά. "Ο Κουασιμόδος είναι όπως ένας γίγαντας που έσπασε και τον κόλλησαν στραβά. Είναι τόσο άσχημη η εξωτερική του εμφάνιση, αλλά είναι πολύ όμορφος εσωτερικά. Είναι πολύ πιο άνθρωπος από όλους τους υπόλοιπους. Από μικρός υπήρξε άσχημος και παραμορφωμένος, γι' αυτό τον χτυπούσαν και τον χλεύαζαν. Απομονώθηκε από τον κόσμο, αλλά δεν έχασε την ανθρωπιά του. Αν και τέρας στην όψη, κατορθώνει να γίνεται πολύ συμπαθής στον κόσμο", αναφέρει ο Κωνσταντίνος Καζάκος.

Ο τελευταίος χαρακτηρίζει τον ρόλο πολύ "δύσκολο και κουραστικό, που χρειάζεται σωματική αντοχή πέρα από υποκριτικές απαιτήσεις". Κι αυτό γιατί δεν στέκεται καθόλου όρθιος, αλλά παίζει μόνο σκυφτός, με λυγισμένα τα γόνατα. Τον αγαπάει ιδιαίτερα, γιατί... "μου αρέσουν οι ρόλοι που δεν είναι κοντά μου. Που έχουν ''κόντρα'' στοιχεία. Αισθάνομαι πιο ελεύθερος για να τους προσεγγίσω και να τους πλάσω". Αισθάνθηκε να τον συναντάει κάπου; "Πολλές φορές.

Ο Κουασιμόδος έχει μέσα του από τα καλύτερα στοιχεία που έχει ένας άνθρωπος. Είναι βαθιά τρυφερό πλάσμα...". Επίσης, το ότι παίζει για πρώτη φορά σε μιούζικαλ είναι κάτι που το θεωρεί "ωραία εμπειρία", που "τον γοητεύει", μια και η μουσική είναι η "άλλη μεγάλη του αγάπη, εκτός από το θέατρο".

Κορυφαίο έργο της ρομαντικής λογοτεχνίας και ένα από τα πιο γνωστά μυθιστορήματα όλων των εποχών, "Η Παναγία των Παρισίων" του Βίκτορ Ουγκό (1831) αναφέρεται στα χρόνια του βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκου ΙΑ' (1461-1483) και περιγράφει τις περιπέτειες του φρικτά άσχημου Κουασιμόδου, του καμπανοκρούστη της Παναγίας των Παρισίων και τον έρωτά του για την πανέμορφη τσιγγάνα Εσμεράλδα. "Η αγάπη του για την Εσμεράλδα είναι αγνή. Η Εσμεράλδα είναι ο πρώτος άνθρωπος που του φέρεται τρυφερά. Δεν φοβάται να τον ακουμπήσει κι αυτό τον συγκινεί ιδιαίτερα. Το δράμα του είναι ότι καταλαβαίνει ότι εκείνη δεν μπορεί ποτέ να τον αγαπήσει γιατί είναι τόσο άσχημος".

Βρισκόμαστε, σύμφωνα με την υπόθεση, στο σωτήριο έτος 1482. Μεσαίωνας. Μια όμορφη τσιγγάνα χορεύει στο προαύλιο της εκκλησιάς. Είναι η Εσμεράλδα (Μαρία Κορινθίου). Από ψηλά την παρακολουθεί με άγρυπνο μάτι ένας σκυθρωπός ρασοφόρος. Είναι ο Κλοντ Φρολό (Κοσμάς Ζαχάρωφ), ο σατανικός αρχιδιάκονος του ναού. Πίσω από ένα ανέκφραστο άγαλμα, σε μια σκοτεινή γωνιά, μια τερατόμορφη φιγούρα σμιλεύει, γρυλίζοντας σαν ζώο. Είναι ο Κουασιμόδος, ο καμπούρης και μονόφθαλμος κωδωνοκρούστης, το στοιχειό του καμπαναριού. Στο λαμπρό φως του ήλιου, ένας λυγερός καβαλάρης περνά καμαρωτός. Είναι ο λοχαγός Φεμπίς. Τι σχέση έχουν όλα αυτά τα πρόσωπα μεταξύ τους; Ποιο άδικο και φρικτό παιχνίδι θα τους παίξει η μοίρα, τυλίγοντας όλα αυτά τα ετερόκλητα ανθρώπινα πλάσματα στον τρομερό ιστό μιας τεράστιας αράχνης; Η απάντηση επί σκηνής.

Το μήνυμα
"Ποιο είναι το μήνυμα που μας φέρνει σήμερα ο Κουασιμόδος; Δεν πρέπει ποτέ να χάνουμε την ανθρωπιά μας. Παρ' όλο που οι συνθήκες είναι άγριες και δύσκολες, εμείς πρέπει να κρατάμε τις ηθικές μας αξίες και να παλεύουμε γι' αυτές", λέει ο Κωνσταντίνος Καζάκος. Η θεατρική διασκευή είναι της Τζένης Καρέζη, οι μουσικές διασκευές και η ενορχήστρωση του Γιώργου Νιάρχου, οι στίχοι των τραγουδιών του Αρη Δαβαράκη, τα σκηνικά του Ντέιβιντ Νέγκριν και οι χορογραφίες της Ολιας Στεφανίδου.






Πηγή: ethnos.gr