Έκθεση σκηνικών και κουστουμιών του Γιάννη Μόραλη από την παράσταση «Έξι Λαϊκές ζωγραφιές» που είχε ανεβάσει το Ελληνικό Χορόδραμα, σε χορογραφία της Ραλλούς Μάνου, με τις περίφημες μεταγραφές για πιάνο έξι γνωστών ρεμπέτικων από τον Μάνο Χατζιδάκι, φιλοξενεί το Black Duck, από 31 Οκτωβρίου έως 20 Νοεμβρίου.  Την ημέρα των εγκαινίων η Μαριώ και η Χριστίνα Μαξούρη – μία νέα εξαιρετική φωνή - θα ερμηνεύσουν τραγούδια από την παράσταση, καθώς και άλλες συνθέσεις του Μάνου Χατζιδάκι, σε μία μοναδική σύμπραξη.

Οι «Έξι λαϊκές ζωγραφιές» παρουσιάστηκαν το 1951 και ο Γιάννης Μόραλης ανέλαβε τα σκηνικά και τα κοστούμια για την παράσταση. «Είναι η πρώτη του επαγγελματική δουλειά στο θέατρο και η αρχή μιας συνεργασίας που θα κρατήσει δεκαπέντε χρόνια. Τύχη θεωρεί ο καλλιτέχνης το ξεκίνημα με τη συμμετοχή σε μία δραματοποιημένη χορευτική παράσταση γιατί η απουσία θεατρικού κειμένου και αυστηρής σκηνοθεσίας του επιτρέπει μεγαλύτερες ελευθερίες. Λίγο αργότερα από την περίφημη διάλεξη του Μάνου Χατζιδάκι για το ρεμπέτικο ο Μόραλης παρακολουθεί τις πρόβες του Χοροδράματος στο μικρό δωμάτιο της οδού Κάνιγγος παρέα με τον Γκάτσο, ακούει τη μουσική του Μάνου στο πιάνο, μαγεύεται και σχεδιάζει ακατάπαυστα.

Η μουσική διαρκεί μόνο μισή ώρα. Στο διάστημα αυτό τα σκηνικά θα πρέπει να εναλλάσσονται πολύ γρήγορα», όπως γράφει η Χαρούλα Χατζηνικολάου στην έκδοση για τα Εκπαιδευτικά Προγράμματα του Μουσείου Μπενάκη και για την έκθεση «Ι. Μόραλης. Θέατρο, Μουσική, Ποίηση» που πραγματοποιήθηκε στον Πύργο Μπαζαίου, στη Νάξο, το 2005.

Όπως σημειώνει, ελαφρά πανό που αλλάζουν με ταχύτητα συνθέτουν το σκηνικό χώρο στις «Έξι λαϊκές ζωγραφιές». Ο ζωγράφος φέρνει στο νου του εικόνες από την Πρέβεζα και την Αίγινα, με τα χαμηλά νεοκλασικά τους σπίτια, τα μαγαζιά δεξιά και αριστερά και τη θάλασσα. Όλα είναι ζωγραφισμένα πλακάτα, επίπεδα, με μικρές παραλλαγές από το ένα σκηνικό στο άλλο.

Για τα κοστούμια ο Μόραλης δημιουργεί δύο τύπους, τον λαϊκό άνδρα και τη λαϊκή γυναίκα. Απλοποιεί και τυποποιεί τις φιγούρες του. Τόσο τα ανδρικά όσο και τα γυναικεία κοστούμια είναι ζωγραφισμένα στο χέρι «για να βγαίνει η ματιέρα του υφάσματος πιο θεατρικά».

Για τον καλλιτέχνη σκηνικά και κοστούμια είναι «άρρηκτα δεμένα» μεταξύ τους. Προτιμά επομένως να δουλεύει μόνος του ώστε ο θεατής να αναγνωρίζει την ίδια αισθητική. Επίσης θα πρέπει να έχουν ενιαίο ύφος και να είναι ταυτόχρονα ευανάγνωστα.