Eζησε με απαράμιλλη παρρησία και πέθανε με το κεφάλι ψηλά παραμένοντας έως την τελευταία στιγμή ένας «εκ πεποιθήσεως αμφισβητίας». Καταξιωμένος ως συγγραφέας και δημοσιογράφος, ο Βρετανός Κρίστοφερ Χίτσενς, ένας από τους πιο μαχητικούς και αμφιλεγόμενους διανοούμενους της εποχής μας, έφυγε από τη ζωή το βράδυ της Πέμπτης σε κλινική του Τέξας, σε ηλικία 62 ετών, χτυπημένος από καρκίνο στον οισοφάγο (ασθένεια από την οποία είχε πεθάνει και ο πατέρας του). Την είδηση του θανάτου του ανακοίνωσε το αμερικανικό περιοδικό «Vanity Fair» για το οποίο ο Χίτσενς εργαζόταν από το 1992. Παιδί της ανατρεπτικής δεκαετίας του 1960 (τα χρόνια εκείνα είχε πολλάκις συλληφθεί σε πολιτικές διαδηλώσεις), ο Βρετανός θα μείνει στην Ιστορία ως ο διανοούμενος που ζούσε για να ανατρέπει τα δεδομένα και να αμφισβητεί τις συμβάσεις.

Στον διάβα του απέκτησε πολλούς φίλους και ακόμη περισσότερους εχθρούς, πράγμα αναμενόμενο για έναν άνθρωπο ο οποίος ουδέποτε μάσησε τα λόγια του στην προσπάθεια να γίνει αρεστός.

«Δεν θα υπάρξει άλλος σαν τον Κρίστοφερ», έγραψε γι' αυτόν το «Vanity Fair». Πράγματι, δύσκολα θα ξαναϋπάρξει μια προσωπικότητα τόσο προκλητική αλλά και τόσο χαρισματική συνάμα. Απόδειξη του μεγαλείου του αποτελούν τα συνολικά 17 βιβλία που αυτός άφησε πίσω του (από τα οποία στα ελληνικά έχουν κυκλοφορήσει τα έξι) και τα χιλιάδες άρθρα που έγραψε τα τελευταία περίπου 40 χρόνια (για εκδόσεις όπως οι: New Statesman, The Nation, The Times, Vanity Fair, Daily Express, London Evening Standard κ.ά.).

Εκ πεποιθήσεως αντιρρησίας, ο Χίτσενς δεν δίστασε να επιτεθεί με την πένα του σε προσωπικότητες όπως ο «εγκληματίας πολέμου» Χένρι Κίσινγκερ, ο «βιαστής» Μπιλ Κλίντον, ο «ασυνήθιστα κουτός» Τζορτζ Μπους και η Μητέρα Τερέζα (την οποία είχε φτάσει κάποτε στο σημείο να χαρακτηρίσει «ψεύτη και κλέφτη Αλβανό νάνο»).

Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί πως ο Βρετανός (άλλοτε μέλος του Εργατικού Κόμματος και εν συνεχεία μαχητικός τροτσκιστής) δεν
δίσταζε να τα βάζει ακόμη και με τον ίδιο τον εαυτό του.

Χαρακτηριστικά, καμπή στην πορεία του αποτέλεσε το τρομοκρατικό χτύπημα του 2001 στους δίδυμους πύργους, μετά το οποίο ο Χίτσενς πραγματοποίησε στροφή προς τα δεξιά (στήριξε την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ το 2003 και την επανεκλογή του Μπους το 2004) ερχόμενος σε αντιπαράθεση με διανοούμενους όπως ο Νόαμ Τσόμσκι.

Τα τελευταία χρόνια ο Βρετανός είχε στραφεί στη μαχητική αθεΐα. Μάλιστα, το βιβλίο που κυκλοφόρησε το 2007 με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Ο Θεός δεν είναι μεγάλος: Πώς η θρησκεία δηλητηριάζει τα πάντα» (στο πλαίσιο του οποίου ο συγγραφέας υποστηρίζει πως η θρησκεία αποτελεί πηγή κάθε τυραννίας) έμελλε να γνωρίσει τεράστια επιτυχία στις ΗΠΑ. Το εντυπωσιακό στην περίπτωση του Χίτσενς είναι πως αυτός παρέμεινε άθεος ακόμη και αφότου διαγνώστηκε με καρκίνο τον Ιούνιο του 2010.

Μάλιστα, δεν δίστασε να καταγράψει το προσωπικό του δράμα και στις σελίδες του «Vanity Fair». «Κάποιες φορές εύχομαι να υπέφερα για έναν καλό σκοπό, ή να διακινδύνευα τη ζωή μου για το καλό των άλλων, αντί να είμαι απλώς ένας ασθενής στα
τελευταία μου» έγραφε.

Στήριξη για τα Μάρμαρα και για το Κυπριακό


Πολυπράγμων και πολυγραφότατος, ο Κρίστοφερ Χίτσενς είχε πολλάκις ασχοληθεί με θέματα ελληνικού ενδιαφέροντος. Πιο συγκεκριμένα, αν και Βρετανός, είχε ταχθεί αναφανδόν υπέρ της επιστροφής των μαρμάρων του Παρθενώνα στην Ελλάδα, ενώ είχε πάρει θέση και στο Κυπριακό στηρίζοντας την ελλαδική/ελληνοκυπριακή πλευρά. Τη δεκαετία του 1980 ο Χίτσενς βρέθηκε ως ανταποκριτής στην Κύπρο. Εκεί γνώρισε την πρώτη γυναίκα του, την Ελένη Μελεάγρου, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά, τον Αλέξανδρο και τη Σοφία.

Ωστόσο, η πρώτη του επαφή με τη χώρα μας ήταν τον Νοέμβριο του 1973, όταν ο τότε 24χρονος Βρετανός ταξίδεψε μόνος στην Αθήνα προκειμένου να παραλάβει τη σορό της μητέρας του. Η Ιβόν Χίτσενς είχε αυτοκτονήσει σε αθηναϊκό ξενοδοχείο μαζί με τον εραστή της, έναν πρώην κληρικό ονόματι Τίμοθι Μπράιαν. Κατά τη διάρκεια της τότε επίσκεψής του στην Αθήνα, ο Χίτσενς είχε γράψει και ένα άρθρο-κόλαφο για τη χούντα, το οποίο είχε δημοσιευθεί στο αριστερό περιοδικό New Statesman.


Πηγή: Έθνος