Μια από τις πιο διάσημες κεραμίστριες και δημιουργούς επιτραπέζιας τέχνης στον κόσμο, η Αμερικανίδα, ουγγρικής και εβραϊκής καταγωγής, Εύα Τσάιζελ πέθανε σε ηλικία 105 ετών στις 30 Δεκεμβρίου στη Νέα Υόρκη, ανακοίνωσαν σήμερα οι φίλοι της στην ιστοσελίδα Eva Zeisel Forum. Αντλώντας την έμπνευσή της κυρίως από τη γερμανική σχολή του Μπάουχαους της δεκαετίας του 1920 και από τη νέα ρωσική τέχνη, η Εύα Τσάιζελ πραγματοποίησε περισσότερα από 100.000 κεραμικά και αντικείμενα καθημερινής ζωής.

Κατέκτησε τη διασημότητα τη δεκαετία του 1940 με το σερβίτσιο φαγητού «Town and Country» που πραγματοποιήθηκε τότε από τη Red Wing Pottery της Μινεσότα και ανήκει σήμερα στο Βρετανικό Μουσείο στο Λονδίνο.

Η αλατιέρα και η πιπεριέρα αυτού του σερβιτσιού έχουν γίνει από τότε «εικονίσματα» των επιτραπέζιων τεχνών. Η πρώτη της μεγάλη έκθεση έγινε στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (MOMA) της Νέας Υόρκης το 1946.


Με μια ευαισθησία στις καμπύλες γραμμές, η Εύα Τσάιζελ έδωσε ανθρωπιά και αισθαντικότητα στην κεραμική και στην πορσελάνη.

Εν πολλοίς άγνωστη στο ευρύ κοινό, της άρεσε να λέει ότι εργάζεται «για τον χρήστη, τον φίλο μου» και ήθελε να «συλλάβει» στο έργο της «τη μαγική γλώσσα των αντικειμένων».

Η Εύα Αμαλία Στράικερ, όπως ήταν το πατρικό της όνομα, γεννήθηκε στις 13 Νοεμβρίου 1906 στη Βουδαπέστη, σε μια εύπορη εβραϊκή οικογένεια βιομηχάνων υφασμάτων. Γρήγορα παθιάζεται με την κεραμική, τέχνη στην οποία θα τελειοποιηθεί στη Γερμανία, στο Αμβούργο και στη συνέχεια στο Βερολίνο.

Το ενδιαφέρον της για τη σοβιετική επανάσταση την οδήγησε στη Ρωσία όπου εγκαταστάθηκε το 1932 και σε ηλικία 29 ετών έγινε διευθύντρια της Κρατικής Βιομηχανίας Πορσελάνης και Βιομηχανικής Υαλουργίας.


Ωστόσο, το 1936, έπεσε στις μυλόπετρες της σταλινικής καταστολής: συνελήφθη για μια υποτιθέμενη απόπειρα δολοφονίας του Ιωσήφ Στάλιν και φυλακίστηκε, σε απομόνωση, για 16 μήνες. Όταν τελικά αποφυλακίστηκε, χωρίς να ξέρει γιατί και ενώ περίμενε κάθε μέρα την εκτέλεσή της, κατέφυγε στη Βιένη το 1938 όπου παντρεύτηκε έναν αυστριακό δικηγόρο, τον Χανς Τσάιζελ. Έξι μήνες αργότερα, διέφυγε μετά την προσάρτηση της Αυστρίας από τη ναζιστική Γερμανία, στην αρχή στο Λονδίνο, στη συνέχεια στη Νέα Υόρκη.

Η μαρτυρία της θα χρησιμοποιηθεί, μεταξύ άλλων, ως βάση για τον ουγγρο-βρετανό συγγραφέα Άρθουρ Κέσλερ στο ηχηρό βιβλίο του "Το Μηδέν και το Άπειρο" (1941) στο οποίο τακτοποιεί τους λογαριασμούς του με το κομμουνιστικό κίνημα και το σταλινισμό.