Μια κουβέντα με τον Γιάννη Καλαϊτζή

Μια κουβέντα με τον Γιάννη Καλαϊτζή

Για τους γελοιογράφους, το χιούμορ, την μεταπολίτευση και τους πολιτικούς

Μεγάλος σκιτσογράφος και σπουδαίος κομίστας ο Γιάννης Καλαϊτζής, που χάσαμε πριν από μερικές μέρες. Τα βιογραφικά του στοιχεία θα τα διαβάσετε εδώ, αλλά σήμερα Τρίτη 16 Φεβρουαρίου, σήμερα που θα τον υποδεχθεί η μάνα γη, θα ήθελα να καταθέσω μερικά αποσπάσματα από μια συνέντευξη που είχαμε κάνει πριν από 15 χρόνια και παραμένει εξαιρετικά επίκαιρη.
Δημοσιεύθηκε τότε στην «Βαβέλ», τους ανθρώπους της  οποίας ευχαριστώ για την παραχώρηση.

- Έχουν χιούμορ οι Έλληνες;
- Πολύ λίγο! Ζούνε μια πολύ πιεσμένη ζωή, πολύ κυνηγημένη και δεν αντιδρούν ανατρεπτικά απέναντι στη λογική που τους καταπιέζει. Ενώ το χιούμορ είναι μια ιστορία ανατροπής. Μια προσπάθεια καταστροφής του κυρίαρχου λόγου, της λογικής που επικάθεται πάνω στον δικό μας λογισμό. Οι Έλληνες, δυστυχώς, είναι πολύ συντηρητικοί και πολύ φοβισμένοι ακόμα…

- Η μεταπολίτευση λειτούργησε θετικά ή αρνητικά στην υπόθεση ελληνικό χιούμορ;
- Θεωρώ την μεταπολίτευση μια θλιβερή ιστορία για την Ελλάδα. Πιστεύω ότι είναι μια φενάκη. Δυστυχώς ο κόσμος, ο λαός, δεν αντιλήφθηκε με τι προβλήματα είχε να κάνει. Νόμιζε ότι τα προβλήματα που είχε λύθηκαν μόλις έγινε η μεταπολίτευση, ενώ την ίδια στιγμή άνοιγαν κάποια άλλα. Έδωσε πολύ καλές μάχες και τις κέρδισε, αλλά για τα ζητήματα που δεν είχαν τεθεί.

- Εικοσιπέντε χρόνια μετά τη χούντα, η αριστερά σηκώνει χιούμορ;
- Βεβαίως και σηκώνει. Μόνο που συμβαίνει το εξής: έχει τρυπήσει πια το ρούχο της. Για να μπορέσεις να κάνεις χιούμορ, πρέπει να χτυπάς σταθερούς στόχους. Εδώ ρίχνουμε τα βέλη μας και περνάνε από μέσα, γιατί δεν υπάρχει σάρκα να τα συγκρατήσει, να πονέσει, να γελάσει, να γαργαλιστεί, να αντιδράσει με κάποιο τρόπο.

- Ως γελοιογράφοι είστε αναγκασμένοι να βρίσκετε πάντοτε κάποιους στόχους. Ο στόχος που σε δυσκόλεψε πιο πολύ για να βγάλεις γέλιο ποιος ήταν;
- Δεν υπάρχει πιο δύσκολο «πράγμα» απ’ τον Σημίτη. Το πιο εύκολο ήταν να τα βάζεις με τον Καραμανλή και τον Παπανδρέου. Ιδίως ο Παπανδρέου ήταν μια απόλαυση, ήταν η ζωή! Έχουμε πάντως οι γελοιογράφοι αυτή την πετριά του επαγγέλματος: ακόμη και στην έρημο να μας βάλεις, θα βρίσκουμε σκάβοντας πράγματα να σχολιάσουμε. Δεν ξέρω πως συμβαίνει αυτό. Πρέπει να μην είμαστε καλά. Οπωσδήποτε πρέπει να υπάρχει ένα είδος σχιζοφρένειας. Πρέπει να παραμένουμε ανώριμοι σε ένα πολύ μεγάλο τμήμα του ψυχισμού μας. Αυτό είναι: παραμένουμε ένα είδος σκανταλιάρικων παιδιών.

- Έχεις αυτολογοκριθεί ποτέ;
- Αν σου απαντούσα όχι, δεν θα ‘ξερα αν λέω αλήθεια. Το πιθανότερο είναι ναι, αλλά κάθε φορά προσπαθείς να ξεκαθαρίσεις αν επρόκειτο για αυτολογοκρισία ή για αυτοκριτική. Πολλές φορές, επίσης, είναι δικαιολογημένη η αυτοσυγκράτηση για τον γελοιογράφο. Πρέπει να το ελέγχει το πάθος του, να το διοχετεύει, να το περιορίζει, να το εκμεταλλεύεται δημιουργικά και όχι καταστροφικά.

- Πιστεύεις ότι ο κόσμος αντιλαμβάνεται τους λεπτούς υπαινιγμούς που συνήθως κρύβουν οι γελοιογραφίες σου;
- Μάλλον όχι. Είναι ανείπωτη ωστόσο η χαρά μου όταν συναντήσω κάποιον και μου πει γι’ αυτό το συγκεκριμένο, το κρυμμένο, το ελάχιστο που υπάρχει μέσα στο σκίτσο.

- Μολύβι πότε πρωτόπιασες;
- Πολύ μικρός, από δύο-τριών χρονών. Το πιο συγκεκριμένο σκίτσο μου που θυμάμαι είναι κάτι παιδιά με τεράστιες ψωλές! Ψωλές μέχρι το πάτωμα! Αλλά απωθήθηκαν πολύ γρήγορα αυτού του είδους οι εικόνες με τη δύναμη της σφαλιάρας. Και συνέχισα να σχεδιάζω όσα επέτρεπε το κράτος –δηλαδή η γιαγιά μου!

- Που κατέληξες;
- Κατέληξα σε σπαθιά. Σχεδίαζα εκατομμύρια σπαθιά. Ένα άλλο μοτίβο ήταν τα καράβια, γιατί μου άρεσαν οι πειρατικές ιστορίες. Και μετά, επτά χρονών πρέπει να ήμουνα, άρχισα να φτιάχνω φιγούρες του Καραγκιόζη.

- Οι συμμαθητές σου στο δημοτικό πώς σε αντιμετώπιζαν;
- Με θαυμάζανε, με αγαπούσανε, ήμουνα το σόου τους. Ανταγωνίζονταν ποιος θα μου πρωτοπρομηθεύσει κιμωλίες! Από μια ηλικία βέβαια και πέρα, γύρισε αυτό σε σοβαρότερα ζητήματα: κώλους, βυζιά, μουνιά και πάει λέγοντας. Δώδεκα-δεκατεσσάρων χρονών στο γυμνάσιο έμπαινε στην πόρτα πιτσιρίκος φύλακας και ανέβαινα εγώ στον πίνακα με κιμωλίες και σχεδίαζα κώλους. Λογικό δεν είναι;

- Με συγκινεί πάρα πολύ το γεγονός ότι σε μια δύσκολη, ηρωική και πένθιμη, εποχή, η «Τσιγγάνικη ορχήστρα» μίλησε επί του προσωπικού χωρίς να προσπαθεί να δώσει γραμμή ή να θέσει επί τάπητος τα προβλήματα του έθνους.
- Αυτό είναι μεγάλο ζήτημα. Βλέπεις σήμερα στην τηλεόραση έναν καλλιτέχνη που αντί να κάτσει να πει τα προβληματάκια του, που πήγε να παίξει πιάνο και ο μαλάκας ο χορδιστής είχε ξεχάσει να έρθει και δεν ήταν φτιαγμένο το όργανο και του γίνανε τα νεύρα σμπαράλια, αρχίζει: «Η Ελλάδα…» και κάθεται να αναλύσει τι θα κάνουμε με τους Τούρκους, τι θα κάνουμε με τους Αμερικανούς, ποιο είναι το μέλλον της φυλής. Φοβάμαι ότι έχουμε αρκετές ψωνάρες, οι οποίες αφού χειροκροτήθηκαν, δικαιολογημένα έστω, για το έργο που παρήγαγαν, μετά έπρεπε να αναδειχθούν σε εθνοπατέρες και να διδάξουν τα πλήθη. Κάτσε ρε φίλε! Γράψε τα ποιήματά σου, παίξε το πιάνο σου και μας αρκεί.

  

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο