Βρετανική χορευτική απόβαση στην Καλαμάτα

Βρετανική χορευτική απόβαση στην Καλαμάτα

Το Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας υποδέχεται τους Candoco Dance Company, Siobhan Davies και David Hinton

To 22o Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας καλά κρατεί με παραστάσεις χορού από αξιόλογες ομάδες, παράλληλες εκδηλώσεις και εργαστήρια και με τη συμμετοχή της τοπικής κοινωνίας που έχει αγκαλιάσει τον θεσμό.

Ανάμεσα στα πολλά και καλά που περιέχει το φετινό πρόγραμμα υπάρχει μία παράσταση που ξεχωρίζει. Εκείνη της βρετανικής ομάδας Candoco Dance Company, η οποία απαρτίζεται από αρτιμελείς και μη αρτιμελείς χορευτές. Η ομάδα θα παρουσιάσει σε δύο συνεχόμενες ημερομηνίες, 22 και 23 Ιουλίου, τα έργα δύο καταξιωμένων χορογράφων, των Aλεξάντερ Γουίτλεϋ (Alexander Whitley) και Τόμας Χάουερτ (Thomas Hauert) σε πρώτη εκτέλεση στην Ελλάδα στο Μέγαρο Χορού Καλαμάτας.

Παράλληλα, σε διαφορετική αίθουσα του Μεγάρου θα προβάλεται η ταινία «All This Can Happen», η πρώτη συνεργασία ανάμεσα στην χορογράφο Σιβόν Ντέιβις (Siobhan Davies) και στον βραβευμένο σκηνοθέτη ταινιών Ντέιβιντ Χίντον (David Hinton), και η ταινία-εγκατάσταση «The Running Tongue», αποτέλεσμα της δημιουργικής συνεργασίας της Σιβόν Ντέιβις και του Ντέιβιντ Χίντον  με καλλιτέχνες ήχου, κινουμένων σχεδίων και 22 καλλιτέχνες του χορού.

Θα ακολουθήσει ανοιχτή βραδιά Screendance με τον  Ντέιβιντ Χίντον, που θα βρίσκεται στον χώρο του φεστιβάλ για να συνομιλήσει με τους παρευρισμόμενους.

Το πρόγραμμα του τριήμερου αναλυτικά:

Παρασκευή 22 & Σάββατο 23 Ιουλίου, ώρα 20:00, Κεντρική Αίθουσα Μεγάρου Χορού Καλαμάτας

«Beheld»

Διάρκεια: 30΄

Ιδέα - Χορογραφία - Σκηνοθεσία: Alexander Whitley
Σχεδιασμός φωτισμών: Jackie Shemesh
Σκηνικά και σχεδιασμός κοστουμιών: Jean-Marc Puissant
Κατασκευή κοστουμιών: Sasha Keir
Κατασκευή σκηνικών: Jessica Dixon, Amanda Barrow
Μουσική: Nils Frahm, επεξεργασμένη από τον Rutger Zuydervelt
Φωτογραφία: Hugo Glendinning
Χορεύουν: Megan Armishaw, Joel Brown, Tanja Erhart, Adam Gain, Jason Mabana, Laura Patay, Toke Broni Strandby

Παραγγελία του Trinity Laban Conservatoire of Music and Dance, με την υποστήριξη του The Idlewild Trust.

Το «Beheld» δημιουργήθηκε το καλοκαίρι του 2015 για την ομάδα χορευτών με και χωρίς αναπηρία Candoco Dance Company. Το έργο προέκυψε μέσα από μια διαδικασία «εξερεύνησης» των χορογραφικών ιδεών, και του μετασχηματισμού τους σε υλικά στοιχεία, ως μέρος του σκηνικού αλλά και ως συνέχεια του σώματος, στην αναζήτηση νέων τρόπων θέασης της κίνησης. Οι επτά χορευτές παλεύουν με μεγάλα κομμάτια υφάσματος, που αρχικά μοιάζει να ντύνουν το σώμα τους (για τις

ανάγκες του έργου χρησιμοποιήθηκαν 100 μέτρα λίκρα), καλύπτουν, αποκαλύπτουν, περιορίζουν και διευρύνουν την κίνηση και το χώρο. Μέσα από το συγχρονισμό των κινήσεων ολοκληρώνεται σταδιακά μια διαδικασία διαμόρφωσης και αναδιαμόρφωσης του επι σκηνής θεάματος, που μας προκαλεί να επανεξετάσουμε το πώς και το τι τελικά βλέπουμε. Το έργο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά τον Οκτώβριο του 2015 στο Laban Theatre του Λονδίνου.

«Notturnino»

Διάρκεια: 35΄

Χορογραφία: Thomas Hauert
Βοηθός χορογράφου: Liz Kinoshita
Σχεδιασμός φωτισμών: Chahine Yavroyan
Σχεδιασμός κοστουμιών: Nατάσα Σταματάρη
Ηχητικό υλικό από το Tosca’s Kiss (1984) του Daniel Schmid, T&C Film
Φωτογραφία: Benedict Johnson

Χορεύουν: Megan Armishaw, Joel Brown, Tanja Erhart, Adam Gain, Andrew Graham, Jason Mabana, Laura Patay, Toke Broni Strandby

Παραγγελία του Live at LICA, με την υποστήριξη του Platform, Islington και του Greenwich Dance.

O βραβευμένος ελβετός χορογράφος Thomas Hauert δημιούργησε για την ομάδα Candoco το «Notturnino» (2014), παιχνιδιάρικο αλλά και οδυνηρό έργο, εμπνευσμένο από το ντοκιμαντέρ «Tosca’s Kiss», μια συγκινητική φιλμογράφηση της ζωής συνταξιούχων τραγουδιστών όπερας σ’ έναν οίκο ευγηρίας, το οποίο και ίδρυσε ο  Τζουζέπε Βέρντι, στο Μιλάνο.

Το «Notturnino» είναι αυτοσχεδιαστικό, με σαφή ωστόσο δομή, και κάθε παράστασή του αποτελεί μια μοναδική εμπειρία. Δηλώνει ο Thomas Hauert: «Ο χορός με γοητεύει κυρίως ως προς την αίσθηση της κίνησης και τα συναισθήματα που αυτή γεννά. Η έμπνευση για το «Notturnino» γεννήθηκε από ένα φιλμ, την όπερα και τους χορευτές της ομάδας Candoco. Το σάουντρακ με τις φωνές των γερασμένων τραγουδιστών που «αναβιώνουν» σκηνές από όπερες και μιλούν για τη ζωή τους, και με τους ήχους της καθημερινότητάς τους στον οίκο ευγηρίας, μου φέρνει στο νου πρόσωπα και καταστάσεις, αφυπνίζει αναμνήσεις.

Ο χορός πρέπει, λοιπόν, να προσθέτει ένα νέο στρώμα υφών και αισθήσεων, αντί να οπτικοποιεί τον ήχο. Ελπίζω το έργο αυτό να προκαλεί διαφορετική αντίδραση σε κάθε ακροατή, ανασύροντας τα προσωπικά βιώματα, τις ευαισθησίες και ανησυχίες του. Βασίζεται στον αυτοσχεδιασμό, που για μένα είναι αναγκαίος, είτε κατά τη διαδικασία δημιουργίας είτε επί σκηνής, καθώς πιστεύω ότι το σώμα μπορεί να κινηθεί πολύ πιο περίπλοκα, αν του επιτρέψουμε να ακολουθήσει τη διαίσθηση και δεν το περιορίσουμε σε συνειδητά επεξεργασμένες φόρμες.»

Παράλληλες εκδηλώσεις:

Πέμπτη 21 & Παρασκευή 22 Ιουλίου, ώρα 22:00, Βεράντα Μεγάρου Χορού Καλαμάτας

«All This Can Happen», 50΄

Tαινία των Siobhan Davies & David Hinton

Siobhan Davies Dance Siobhan Davies Dance

Αφήγηση: John Heffernan
Μουσική: Chu-Li Shewring
Μοντάζ: Danny McGuire
Συμπληρωματικό μοντάζ: Matthew Killip
Εκτέλεση παραγωγής: Franck Bordese
Υπεύθυνη αρχειακού υλικού: Martha Wailes
Στιγμιότυπα βίντεο: Lucie Sheppard (αρχική επιλογή) & Piera Buckland, Zoë Dickin (συμπληρωματική έρευνα)
Μείξη ήχου: Peter Hodges
Ψηφιακό μοντάζ - Χρωματική επεξεργασία εικόνας: Torquil Dearden
Σχεδιασμός τίτλων: Marc Marazzi
Παραγωγή: Nina Baker, Robyn Cabaret, Eva Martinez, Alison Proctor, Rob Prouse

Από τη νουβέλα «Ο περίπατος» του Robert Walser, με την ευγενική παραχώρηση του Robert Walser Foundation και της Ένωσης Ελβετών Συγγραφέων. Μετάφραση του Christopher Middleton, με την άδεια των Profile Books and Farrar, Straus and Giroux, LLC.

Με την υποστήριξη: Arts Council England και Siobhan Davies Commissioning Fund

Το ενδιαφέρον της Σιβόν Ντέιβις για το πώς άλλες μορφές τέχνης μπορούν να συνομιλήσουν με τη χορογραφία, αλλά και η επιθυμία της για συνεργασία με νέους και καταξιωμένους καλλιτέχνες από διάφορα πεδία, οδήγησαν την Ντέιβις στη δημιουργία δύο έργων σε συνεργασία με τον κινηματογραφιστή David Hinton: το «All This Can Happen» και το «The Running Tongue». Και για τα δύο έργα οι καλλιτέχνες εμπνέονται από τη δουλειά του ερευνητή του 19ου αιώνα Étienne-Jules Marey (1830-1904), από τους πρώτους που προσπάθησαν να καταγράψουν φωτογραφικά την ανθρώπινη κίνηση.

«Η Σιβόν Ντέιβις πιστεύει στο χορό. Πιστεύει ότι ο χορός είναι μια αυτόνομη τέχνη, εξίσου κατανοητή, εκφραστική και ουσιαστική όσο η μουσική, το θέατρο και οι εικαστικές τέχνες. Και ότι ο χορός μπορεί να είναι τόσο εγκεφαλικός όσο και αισθησιακός, να επιδεικνύει τόσο τεχνική όσο και συναίσθημα, να λειτουργεί μέσα από μεταφορές, αλλά και πιο άμεσα ή κυριολεκτικά.» Έτσι περιγράφει την καταξιωμένη βρετανίδα χορογράφο ο κριτικός χορού Sanjoy Roy, εξετάζοντας το πολυποίκιλο και εκτενές έργο της, για το οποίο έχει βραβευτεί επανειλημμένως.

Η Σιβόν Ντέιβις άρχισε την καριέρα της ως χορεύτρια στα τέλη της δεκαετίας του ’60 στο Λονδίνο και ίδρυσε τη δική της ομάδα ως χορογράφος το 1981. Επηρεάστηκε ιδιαίτερα από τον αμερικανό μινιμαλιστή και αφαιρετικό χορογράφο Μερς Κάννιγχαμ, και προσπάθησε συνειδητά να εξερευνήσει και να διευρύνει τις δυνατότητες της τέχνης του χορού, χωρίς να περιορίζεται σε συγκεκριμένες τεχνικές, ή να στοχεύει στη δημιουργία ενός συγκεκριμένου ύφους ή νοήματος με τα έργα της. Έτσι, αφού χορογράφησε μια σειρά έργα για τη θεατρική σκηνή, παρουσιάζει τελευταία δουλειές της σε στούντιο, γκαλερί και μουσεία. Από το 2006, μάλιστα, όταν εγκατέλειψε το μοντέλο περιοδεύουσας ομάδας χορού, άνοιξε τον δικό της χώρο, Siobhan Davies Studios, στο νότιο Λονδίνο. Η χρονιά αυτή σημάδεψε και τη στροφή της σε πιο συνεργατικές δομές δημιουργίας, που συχνά φέρνουν σε επαφή το χορό με άλλες τέχνες. Ειδικότερα στα πιο πρόσφατα έργα της για γκαλερί ή χώρους μουσείων είναι εμφανής η προσπάθειά της να διαχωρίσει το χορό από τη χορογραφία και να πειραματιστεί με καθημερινές δράσεις, αλλά και με το πώς το πλαίσιο παρουσίασης μπορεί να αποκαλύψει την πολυπλοκότητα μιας κοινής πράξης. Συγχρόνως, στον νέο της χώρο, όπου συστεγάζεται και ο φορέας Independent Dance, εγκαινιάστηκε μια σειρά από δράσεις, συζητήσεις, εργαστήρια και ερευνητικές συναντήσεις για το χορό και τις εικαστικές τέχνες, μεταξύ άλλων. Έτσι ο χώρος Siobhan Davies Studios είναι πλέον σημείο συνάντησης καλλιτεχνών από το χορό και άλλες τέχνες που επιθυμούν να ανταλλάξουν απόψεις, να συνεργαστούν και να εξερευνήσουν τις δυνατότητες του ανθρώπινου σώματος, της κίνησης, του χορού και της χορογραφίας σήμερα. Παραμένει συγχρόνως ένας χώρος ανοιχτός στο ευρύτερο κοινό, αφού συχνά διοργανώνονται εκεί φεστιβάλ, εκθέσεις και δραστηριότητες για παιδιά, ενώ προσφέρονται μαθήματα τόσο για επαγγελματίες όσο και για ερασιτέχνες του χορού.

Πρόσφατα ερευνητικά πρότζεκτ της Ντέιβις είναι η σειρά διεπιστημονικών συνομιλιών Parallel Voices, μεταξύ ανθρώπων του χορού, των εικαστικών, της συγγραφής, καθώς επίσης επιστημονικών κλάδων, όπως η νευρολογία· και το πρώτο διαδικτυακό αρχείο χορού στη Μεγάλη Βρετανία, Siobhan Siobhan Davies RePlay RePlay, που περιλαμβάνει σπάνιο οπτικοακουστικό υλικό από έργα της Ντέιβις και συνεργατών της.

Στην ταινία «All This Can Happen» (2012) οι Ντέιβις και Χίντον εξετάζουν τον κόσμο παρατηρώντας προσεκτικά και το πιο μικρά συμβάντα της καθημερινότητας. Η δομή, η ευαισθησία και η αφηγηματικότητα της ταινίας προέρχονται από τη σκοτεινή κωμική ιστορία του Ρόμπερτ Βάλζερ «Ο περίπατος» (1917), που παρουσιάζει τις σκέψεις ενός συγγραφέα καθώς κάνει τον περίπατό του. Έναν περίπατο γεμάτο μικρές περιπέτειες, καθώς ο κεντρικός χαρακτήρας συναντάει έναν μυστήριο γίγαντα, δειπνεί με μια ευφυή γυναίκα, συνομιλεί με έναν φιλικό σκύλο και στέλνει ένα επικίνδυνο γράμμα. Η ταινία διεισδύει στην ανθρώπινη συνείδηση, αποκαλύπτοντας το πώς παρατηρεί, συνδέεται και σκέφτεται κανείς τον κόσμο γύρω του. Το «All This Can Happen» είναι φτιαγμένο αποκλειστικά από φωτογραφίες και πρώιμο κινηματογραφικό υλικό, κυρίως από τα αρχεία του Βρετανικού Ινστιτούτου Κινηματογράφου. Γι’ αυτό πολλές από τις εικόνες είναι παλιές, φθαρμένες ή σχεδόν κατεστραμμένες.

Η διαδικασία δημιουργίας της ταινίας μπορεί να χαρακτηριστεί σαν μια χορογραφία κινούμενων εικόνων. Απλές δράσεις αποδομούνται και επανασυναρμολογούνται για να αποκαλύψουν αυτό που συχνά χάνεται στην καθημερινότητα. Στόχος της είναι να φανούν μέσα από την ταινία όλα αυτά που μπορεί κανείς να αισθάνεται, να φαντάζεται ή να σκέφτεται μια δεδομένη στιγμή, αλλά και πώς αυτό αλλάζει από τη μια στιγμή στην άλλη. Από την άλλη μεριά ο Χίντον προβάλλει, μέσα από αντιθέσεις εικόνων και ήχων, το πώς η παρατηρητικότητα, η φαντασία καιη μνήμη μπορούν να συνυπάρχουν, δημιουργώντας ένα τρισδιάστατο ψυχολογικό ή κυβιστικό πορτρέτο του μυαλού.

Πέμπτη 21, Παρασκευή 22 & Σάββατο 23 Ιουλίου, από τις 13:00  έως τις 22:00 (συνεχής προβολή), Μέγαρο Χορού Καλαμάτας.

«The Running Tongue»

Eγκατάσταση/ταινία των Siobhan Davies & David Hinton

Τις εικόνες επινόησαν οι καλλιτέχνες του χορού: Gaby Agis, Frank Bock, Seke Chimutengwende, Katye Coe, Nicola Conibere, Siobhan Davies, Robin Dingemans, Simon Ellis, Fred Gehrig, Alexandrina Hemsley, Wendy Houstoun, Annie Lok, Henry Montes, Charlie Morrissey, Freddie Opoku-Addaie Florence Peake, Lauren Potter, Ευφροσύνη Πρωτοπαπά, Deborah Saxon, Eleanor Sikorski, Matthias Sperling, Alexander Whitley

Animation: Magali Charrier, Noriko Okaku, Tony Comley, Rachel Davies
Ήχος: Chu-Li Shewring, Raoul Brand, Zhe Wu
Ηλεκτρονική τυχαιοποίηση και κωδικοποίηση: Robert Prouse
Γυναίκα που τρέχει: Helka Kaski
Φιλμογράφηση: Max Abbiss-Biro

Παραγγελία του Carriageworks, Aυστραλία

Με την υποστήριξη: Arts Council England και © Siobhan Davies, David Hinton and Siobhan Davies Dance MMXVI

To «Running Tongue» είναι ένα φιλόδοξο πρότζεκτ, μια μαγευτική κινηματογραφική εγκατάσταση, για την οποία η χορογράφος Σιβόν Ντέιβις και ο κινηματογραφιστής Ντέιβιντ Χίντον συνεργάστηκαν με σχεδιαστές ήχου, ανιματέρ και 22 χορευτές και χορογράφους.

Η ταινία είναι δομημένη πάνω σε μια λούπα 10 δευτερολέπτων, που απεικονίζει μια γυμνή γυναίκα να τρέχει. Αυτή η ιδιαίτερη γυναικεία μορφή αποτελεί τον κεντρικό αφηγηματικό άξονα, καθώς ταξιδεύει ατρόμητη μέσα στο χρόνο και τις εποχές που διαδέχονται η μια την άλλη στην πολύπλευρη πόλη του Λονδίνου. Καθώς εξελίσσεται το έργο, η εικόνα παγώνει σε συχνά χρονικά διαστήματα και η γυναίκα που τρέχει βρίσκεται ξαφνικά μέσα σε παράξενες καταστάσεις.

Το έργο είναι φτιαγμένο από μια σειρά ξεχωριστών «ιστοριών», καθεμιά από τις οποίες είναι δημιούργημα ενός διαφορετικού χορευτή ή χορογράφου. Οι ιστορίες αυτές δεν είναι παρά κινηματογραφικά σποτ ενός λεπτού περίπου, τα οποία βασίζονται σε μια παροιμία ή ένα γνωμικό σχετικό με τη γυναίκα. Στο «Running Tongue» οι χορευτές και οι χορογράφοι δεν είναι μόνο περφόρμερ στην οθόνη, αλλά και υπεύθυνοι για τη συνολική εικόνα μέσα στην οποία εμφανίζονται. Το ζητούμενο είναι να εκμεταλλευτούν τις δυνατότητες που προσφέρει η φωτογραφία και το κολάζ και να δημιουργήσουν φανταστικές χορογραφικές εικόνες όπου όλα είναι δυνατά – μια περφόρμερ μπορεί να πετάξει, να γίνει μικρή σαν έντομο, ή να εμφανίζεται σε περισσότερα από ένα μέρη ταυτοχρόνως. Η ταινία παίζει συνεχώς, χωρίς όμως να επαναλαμβάνεται η σειρά των σκηνών. Έτσι, οι αντιθέσεις εικόνων και ήχων και η πάντα διαφορετική σειρά γεγονότων δίνουν τη δυνατότητα και στον θεατή να «διαβάσει» με ποικίλους τρόπους τις μικρές ιστορίες που τυχόν αναδύονται.

Παρασκευή 22 Ιουλίου, ώρα 18:00, Μέγαρο Χορού Καλαμάτας

Screendance //60΄

Oμιλία του David Hinton - Συζήτηση

Ο βραβευμένος βρετανός σκηνοθέτης Ντέιβιντ Χίντον μιλάει για τη συνεργασία του με την ιστορική μορφή του σύγχρονου βρετανικού χορού, Siobhan Davies. Μια αφορμή γνωριμίας και συνομιλίας με τον καλλιτέχνη που κινείται στο όριο συνάντησης του χορού, της κίνησης, του φιλμ και της εικόνας.

Screendance: συνδυάζει την κινηματογραφία με τη χορογραφία, προσθέτοντας μια εντελώς νέα διάσταση στη σύλληψη της κίνησης. Δεν αναφέρεται ακραιφνώς στο χορό ούτε και στην κινηματογράφηση, αλλά αποτυπώνει την κίνηση σε ένα εννοιολογικό πλαίσιο, με όλες τις εκκεντρικότητες που παρουσιάζει ως μέσο αφήγησης. Υβριδική τέχνη, με ευρύ φάσμα κινηματογραφικών στιλ (από την αφαίρεση μέχρι τη δομημένη αφήγηση) και ψηφιακών εφαρμογών, προσφέρει στο κοινό μεταμορφωτικές οπτικές εμπειρίες που συνδέουν την περφόρμανς με την αισθητική του κινηματογράφου.

Τιμές εισιτηρίων: Παραστάσεις στο Μέγαρο Χορού Καλαμάτας-Κεντρική Αίθουσα, 15€ & 12€ (φοιτητικό/μειωμένο). Παραστάσεις στο Μέγαρο Χορού Καλαμάτας-Στούντιο, 12€ (Γενική είσοδος). Ειδική τιμή για τους συμμετέχοντες στα Σεμινάρια του Φεστιβάλ:10€. Η είσοδος είναι ελεύθερη στις παράλληλες εκδηλώσεις εκτός από το Gala Όπερας στις 26.7.2016. Προπώληση εισιτηρίων: Δημοτικό Πνευματικό Κέντρο Καλαμάτας, 10:00-13:00 & 18:30-21:00 καθημερινά (εκτός Kυριακής & απογεύματος Σαββάτου), τηλ. 27210 83088  &  27210 98025 και www.kalamatadancefestival.gr

 

 

 

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο