Διαβάστε αποσπάσματα από το «Καλά και σήμερα» της Σοφίας Νικολαΐδου

Διαβάστε αποσπάσματα από το «Καλά και σήμερα» της Σοφίας Νικολαΐδου

Η συγγραφέας που διαγνώστηκε πέρυσι με καρκίνο του μαστού κατέγραψε τη μάχη της με την αρρώστια σε ένα αποκαλυπτικό  ημερολόγιο το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 22 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Οι λέξεις είναι (και) θεραπευτικές. Η Σοφία Νικολαΐδου, συγγραφέας των «Χορεύουν οι ελέφαντες» και «Απόψε δεν έχουμε φίλους», πολυμεταφρασμένη, φιλόλογος με θητεία στην εκπαίδευση, μητέρα και σύζυγος, ανακάλυψε την σημασία της παραπάνω ρήσης με τον πιο επώδυνο τρόπο. Μια στιγμή μόνο –και δυο λεξούλες: είναι καρκίνος- άρκεσε για να φέρει τούμπα την ζωή της, να την βυθίσει στο χάος αλλά και να την αναγκάσει να επαναξιολογήσει τα πράγματα. Σε αυτή την περιπέτεια δίπλα της στάθηκαν οι άνθρωποί της, οι φίλοι της, άγνωστοι άνθρωποι και οι λευκές σελίδες όπου κατέγραψε αναλυτικά την εμπειρία της: από την τυχαία ανακάλυψη, τη διάγνωση, το χειρουργείο, τις θεραπείες. Και ανάμεσα σε αυτά, τα πάνω και τα κάτω της εύθραυστης ψυχολογίας της, τα γέλια, τις διαπιστώσεις, τα αποφθέγματα της στιγμής.

Το «Καλά και σήμερα» είναι συγκινητικό, απολαυστικό και διαβάζεται απνευστί. Είναι επίσης μια ένεση πραγματικότητας που όλοι μας –και κυρίως όλες μας- την έχουμε ανάγκη και μια προειδοποίηση για την ανάγκη των προληπτικών ελέγχων.

Κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία στις 22 Οκτωβρίου –ο Οκτώβριος είναι ο μήνας της καμπάνιας κατά του καρκίνου του μαστού- από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Από το βιβλίο:

Διαγνώστηκα με καρκίνο στον μαστό τη Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου στις 15.27 σε ένα διαγνωστικό κέντρο στη Βασιλίσσης Όλγας. Μέχρι το δευτερόλεπτο που άκουσα το «κατά πάσα πιθανότητα, ναι» από τον ακτινολόγο, πίστευα πως ο καρκίνος συμβαίνει στους άλλους. Στην οικογένειά μας δεν τον ξέραμε. Ξέραμε την πάρκινσον, τις κολπικές μαρμαρυγές, τα μυοσκελετικά. Χοληστερίνη, πίεση. And that’s it. Είχα την αλαζονεία του υγιούς. Πίστευα ότι θα πεθάνω σε βαθιά γεράματα. Ότι έχω χρόνο να τρώγομαι με βλακείες.

Η υγεία ήταν αυτονόητη, μου είχε δοθεί από κούνια. Ήμουν σαράντα έξι ετών. Δεν είχα νοσήσει ποτέ σοβαρά. Μπορεί να γινόμουν ένα κουβάρι που σωματοποιούσε και μεγέθυνε την παραμικρή αναποδιά, όμως κατά βάθος ήμουν φτιαγμένη από το υλικό των ανθρώπων που περνούν τη ζωή τους καλά.

Όλα άρχισαν το Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2014. Ήμασταν καλεσμένοι σε δείπνο. Απομεσήμερο, ξαπλώσαμε για να ξεκουραστούμε. Εγώ στη δικιά μου, αριστερή πλευρά του κρεβατιού, αυτή που βλέπει παράθυρο. Ψιλοσαχλαμαρίζαμε και το έπιασα. Κατά λάθος. Ένα γρομπαλάκι πάνω δεξιά, στον δεξή μαστό. Κάτι πιάνω εδώ, είπα στον Σάκη. Για δες κι εσύ. Ναι, κάτι είναι, απάντησε ψηλαφώντας. Ο κανονικός εαυτός μου δεν θα έδινε καμία σημασία. Δεν υπήρχε λόγος να χαλάσει η βραδιά. Θα το ξεχνούσα. Πιθανόν θα το ξαναθυμόμουν μήνες μετά.

Κάτι μέσα μου άναψε κόκκινο – ακόμη δεν ξέρω γιατί. Το ξαναψηλάφησα. Προσπάθησα να το κουνήσω. Έψαξα στο ίντερνετ. Τι θα πει «κουνιέται»; Δεν καταλάβαινα ούτε τα απλά. Πήρα τηλέφωνο στον γυναικολόγο μου, τον οποίο βλέπω άπαξ του έτους (ή της διετίας) για τις απολύτως τυπικές εξετάσεις, οπότε δεν τον έχω συνηθίσει σε πανικούς.

Έκανε την κρίσιμη ερώτηση:

– Κουνιέται;

– Όχι, δεν κουνιέται.

Μου έκλεισε ραντεβού για την επόμενη μέρα, Κυριακή, στις 8.00 το πρωί στο ιατρείο του.

Το βράδυ πήγαμε στο δείπνο. Αποκοιμήθηκα στον καναπέ, ενώ οι υπόλοιποι συνέχιζαν να διασκεδάζουν.

 

Την Κυριακή το πρωί στο ιατρείο:

– Σήκωσε τα χέρια, λέει ο γιατρός. Έτσι, πίσω απ’ το κεφάλι. Κουνιέται, ρε Σοφία, ξεφυσάει, κουνιέται.

(Έχω διαβάσει ήδη στο διαδίκτυο: Όταν κουνιέται, είναι κάποιο αδένωμα ή τέλος πάντων κάτι ανώδυνο).

– Εντάξει, θα πρέπει να βγει μάλλον, καταλήγει.

Μου γράφει μαστογραφία και υπέρηχο.

– Επειδή μπορεί να μη σου κλείσουν αύριο ραντεβού, σε παρακαλώ, να πληρώσεις και να κάνεις τις εξετάσεις αμέσως. Ο ΕΟΠΠΥ τούς καθυστερεί τις πληρωμές και σπρώχνουν τα ραντεβού για αργότερα, εξηγεί.

 

Τη Δευτέρα στο σχολείο, ένταση και τσαχπινιά στο μάθημα. Έχω κανονίσει να παραλάβει μία φίλη το παιδί κι εμείς να πάμε για τις εξετάσεις. Κάνω σαν χαζή στο μηχάνημα για τη μαστογραφία. Δεν καταλαβαίνω πού πρέπει να ακουμπήσω το χέρι για να γίνει σωστά.

– Μαστογραφία αναφοράς; ζητάει κάποιος.

Δεν έχω. Είναι η πρώτη μου. Και δεν θέλω να ακούσω κανένα λογύδριο γιατί δεν έκανα πριν. Το θεωρούσα ανύπαρκτη πιθανότητα λόγω οικογενειακού ιστορικού, δεν μπορούσα να υπολογίσω ποτέ τη μέρα που έπρεπε να γίνει λόγω ακατάστατου κύκλου κ.ο.κ. Μπορώ να αραδιάσω αρκετές βλακώδεις δικαιολογίες. Δεν κλαίμε πάνω απ’ το χυμένο γάλα.

Μπαίνω στο καμαράκι του ακτινολόγου. Διακρίνονται κάποιες ασβεστώσεις, λέει. Δεν ξέρω τι σημαίνει αυτό. Βγάζω την μπλούζα μου και ξαπλώνω για τον υπέρηχο.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν μια θεωρητική πιθανότητα. Όπως το να πέσει το αεροπλάνο. Να εκτροχιαστεί το τρένο. Να σε χτυπήσει αυτοκίνητο, την ώρα που διασχίζεις τη διάβαση. Κοιτώ τον γιατρό. Ψηλός κι αδύνατος σαν μακαρόνι, έχει ένα πρόσωπο οστεώδες και μακρόστενο, με πλατύ μέτωπο και μπουμπουκωτά χείλια. Αυτή τη στιγμή είναι σοβαρός και συγκεντρωμένος. Τόσο συγκεντρωμένος στην οθόνη του, που δεν μου αρέσει καθόλου. Βλέπω να κοκκινίζουν στο μόνιτορ κάποιες περιοχές. Μετρά διαστάσεις.

Πόσα δευτερόλεπτα χρειάζονται για να το σκεφτώ;

Και πόσα δευτερόλεπτα για να το ξεστομίσω;

– Είναι καρκίνος;

– Κατά πάσα πιθανότητα, ναι.

Μέσα σε ένα τικ, αυτό που φαινόταν σενάριο επιστημονικής φαντασίας γίνεται η ατομική μου πραγματικότητα.

– Και τώρα;

– Και τώρα πρέπει να αποκλείσουμε τις μεταστάσεις, λέει. Θα κάνουμε αξονικές.

– Πότε;

– Τώρα αμέσως. Περάστε έξω, να σας δώσω το φάρμακο.

Μάλιστα. Σε όλους αναλογεί ένα ποσοστό πανικού, πόνου, δυστυχίας.

……………………………………………………………………………..

Έξω περιμένει ο Σάκης. Δεν ξέρω για τη δικιά του κατραπακιά, μου αρκεί η δικιά μου. Τηλεφωνώ στον γυναικολόγο.

– Υπάρχουν ευρήματα, λέω.

– Έρχομαι, απαντά και κλείνει το τηλέφωνο.

Μου δίνουν το μπουκαλάκι με το φάρμακο. Έχω ρίγος. Χρειάζεται είκοσι λεπτά για να επιδράσει. Τηλεφωνώ στη μάνα και στα αδέλφια μου.

Ρίγος θα πει: Να έχει ζέστη, Σεπτέμβριος και μεσημέρι, κι εσύ να τρέμεις, να χρειάζεσαι κουβέρτα. Ρίγος θα πει: Να μην ορίζεις το σώμα σου. Να διαλαλεί αυτό την αγωνία σου, πριν από σένα.

Αξονική άνω και κάτω κοιλίας, θώρακα, εγκεφάλου και προσθίου κάτι που δεν θυμάμαι πια. Γδύνομαι και με βάζουν στο φουρνάκι τους.

– Μην κουνιέστε, παραγγέλνει ο χειριστής.

Σκάω στα γέλια.

– Δεν εξαρτάται από μένα, του απαντώ. Έχω ρίγος.

Έχει εκραγεί ο χρόνος στο κεφάλι μου. Δεν ξέρω πόσα λεπτά τούς χρειάστηκαν. Είμαι ένα σώμα που σπαρταρά μέσα σ’ ένα μηχάνημα.

Έξω ο Σάκης με τον γιατρό καπνίζουν. Ο γυναικολόγος μου δεν καπνίζει στα κανονικά, τώρα όμως το σηκώνει η περίσταση.

– Αυτό να βγει καθαρό, επαναλαμβάνει στον Σάκη, αν βγει αυτό καθαρό, όλα τ’ άλλα αντιμετωπίζονται.

 

– Μη με κρατάς, θα έρθουν να με πάρουν, δεν κάνει να μας δουν μαζί.

Αλλά κωλοτρίβεται, δεν σηκώνεται να φύγει.

– Τυχερούλα, εσύ έχεις καρκίνο και θα μείνεις σπίτι. Δεν θα πας σχολείο. Μακάρι να είχα κι εγώ.

– Δεν γίνεται.

– Δεν είμαι κορίτσι, γι’ αυτό;

– Ναι, του λέω και τον τσιμπάω. Καλύτερα όμως που δεν έχεις. Δεν είναι καλό.

– Γιατί αλλιώς θα έκανα εγχείρηση;

– Ναι.

Ευτυχώς έρχονται και τον παίρνουν και η συζήτηση σταματά εκεί.

Κοιμάμαι αργά, ξυπνάω νωρίς.

………………………………………………………………………………..

Πέμπτη 25 Σεπτεμβρίου 2014

Με βάση το κρας τεστ του καρκίνου οι άνθρωποι χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες:

Α. Αυτοί που έχουν την ικανότητα να συμπάσχουν με τον άλλο και, μετά το πρώτο σοκ, μπορούν να αρθρώσουν μια ανθρώπινη κουβέντα.

Β. Αυτοί που αμηχανούν. Θέλουν να πουν ή να κάνουν κάτι, αλλά δεν έχουν τον τρόπο. Είναι, πάντως, συμπαθητικοί.

Γ. Οι πανουκλιασμένοι άνθρωποι. Όσοι είναι τόσο χωμένοι στον εαυτό τους, που, όταν τους λες καρκίνος, σου απαντούν, ναι, βρε παιδί μου, κι εμένα ξύνεται το δόντι μου. Αυτοί πρέπει να μπουν σε καραντίνα πάραυτα, αλλιώς μπορεί να γίνεις φονιάς.

Υπάρχει και μια τέταρτη κατηγορία. Τα κορίτσια που νόσησαν. Αυτές είναι οι μόνες που δικαιούνται να ομιλούν. Που όσο και να σου τη σπάει ο τρόπος τους ή όσο και να διαφωνείς με την προσέγγισή τους, είναι αδελφές στον πόνο και στον φόβο. Κι αυτό, φίλε μου, δεν ξεχνιέται με τίποτα.

Εξού και η ηχηρή αλληλεγγύη των γυναικών που νόσησαν. Γιατί αυτές ξέρουν τι να πουν και τι να πράξουν. Ή, κι αν δεν ξέρουν, δεν σε πειράζει καθόλου. Δεν σου μιλούν εξ αποστάσεως και εκ του ασφαλούς. Έζησαν την αρρώστια στο σώμα τους.

 

Πηγαίνω στην τράπεζα, για να τραβήξω λεφτά για τη νοσηλεία και τους γιατρούς. Ολόκληρη ιστορία. Δεν είναι σίγουροι ότι μπορούν να μου τα δώσουν σήμερα, είναι μεγάλο ποσό.

– Είναι θέμα υγείας, επιμένω.

Μιλώ σε μια μποτοξαρισμένη διευθύντρια. Δεν έχω την αίσθηση ότι ακούει, κυρίως λέει αυτά που θέλει να πει. Στο τέλος κάνω τη δουλειά μου –  αλλά έλεος.

Μιλάω με τη Μαγδαληνή στο τηλέφωνο. Η Μαγδαληνή νόσησε πριν από δύο χρόνια. Τώρα καταλαβαίνω τι πέρασε. Διπλή μαστεκτομή και αφαίρεση ωοθηκών. Έχει μια ηρεμία και τον τρόπο να σου υποβάλλει ότι όλα θα πάνε καλά.

– Σοφία, ξέρεις τι γίνεται με τη μαστεκτομή; Σου είπε ο γιατρός;

– Όχι.

– Δεν θα έχεις θηλή.

Αυτό που είπε με χτύπησε στην καρδιά.

– Μπορείς να βάλεις μετά, συμπληρώνει. Και με τατού παίρνει χρώμα και φαίνεται σαν κανονική.

Η πρώτη φορά που έκλαψα από τη μέρα που διαγνώστηκα ήταν όταν άκουσα για τη θηλή. Μπορεί να σας φανεί χαζό, σκασίλα μου. Εγώ σπάραξα στην αγκαλιά του Σάκη, ουρλιάζοντας. Μπορεί για τη θηλή που θα έχανα, μπορεί για το βουνό που ορθωνόταν μπροστά μου.

Τότε θυμήθηκα τη σκηνή με τον γιατρό στο δωμάτιο της βιοψίας.

– Μην ανησυχείς, μου είχε πει, θα γίνει μια μικρή μελανιά εδώ που σου έβαλα τη βελόνα, αλλά θα περάσει.

– Τι να το κάνω, γιατρέ. Την άλλη εβδομάδα δεν θα το έχω.

– Μη μιλάς έτσι, μου απάντησε.

Ας πούμε, κατάλαβα τι εννοεί.

Κοιμάμαι αργά, ξυπνάω νωρίς.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο