«Η ιδέα του έθνους στην ελληνική λογοτεχνία», ένα πολυέργο για τον ελληνισμό

«Η ιδέα του έθνους στην ελληνική λογοτεχνία», ένα πολυέργο για τον ελληνισμό

Ένας Βρετανός συνέγραψε ένα βιβλίο μελετών 523 σελίδων με θέμα την ελληνική ταυτότητα όπως αυτή περνάει στα λογοτεχνικά δημιουργήματα από το Βυζάντιο μέχρι τη σύγχρονη Ελλάδα.

Είναι ο Ρόντρικ Μπήτον, καθηγητής στην έδρα Κοραή του πανεπιστημίου King's College London, γνωστός στους φιλολογικούς κύκλους από τη βιογραφική του μελέτη «Γιώργος Σεφέρης: Περιμένοντας τον άγγελο» (Εκδόσεις Ωκεανίδα, 2003). Συγγραφέας βιβλίων για την ελληνική λογοτεχνία και συντάκτης πολλών άρθρων σε επιστημονικά περιοδικά, μεταφραστής πεζογραφίας, με το καινούργιο έργο του καταξιώνει την έννοια του ελληνιστή μελετητή.

Ξεκινώντας από το πολιτισμικό υπόβαθρο του 12ου αιώνα αναλύει τα κρητικά τραγούδια, τις προδρομικές σάτιρες, τα πτωχοπροδρομικά κείμενα, την αναβίωση της αρχαίας μυθιστορίας, τις δυτικές προσμείξεις στα βυζαντινά γραπτά και τα δημώδη δημιουργήματα, για να περάσει στον Κοραή, στη γραμματεία του νεοσύστατου ελληνικού βασιλείου, στον ρομαντισμό του Σολωμού, στη λαογραφική πεζογραφία του 19ου αιώνα, στην επική ποίηση του Παλαμά, στην ελληνιστική λατρεία του Καβάφη, στη χρήση της ιστορίας από τον Σεφέρη, στον μινωικό πολιτισμό του Καζαντζάκη, φτάνοντας μέχρι το μοντερνισμό του Εμπειρίκου και την αναζήτηση της σημερινής ελληνικής μαρτυρικής ταυτότητας όπως αυτή υμνολογείται στη «Ρωμιοσύνη» του Ρίτσου.

Ο συγγραφέας αρχίζει με τη διερεύνηση της λέξης «Έλλην», που απαντάται τον 12ο αιώνα ως αναφορά σε ένα σύγχρονο πλαίσιο, χωρίς να χρησιμοποιείται ποτέ ξεκάθαρα ως όρος αυτο-προσδιορισμού. Στην έννοια του «εμείς» αντιστοιχεί πάντα το «Ρωμαίοι». Διότι οι «Έλληνες» συνιστούν μία εν μέρει συμπίπτουσα κατηγορία, αλλά μία κατηγορία διαφορετικού είδους.

Πριν από το 1821 -συνεχίζει- δεν υπήρχε σαφώς καθορισμένη έννοια του έθνους-κράτους ανάμεσα στους Έλληνες. Ο Ρήγας Φεραίος-Βενεστινλής (1757-1798), ο πιο σημαντικός από τους διανοούμενους καθοδηγητές της εξέγερσης, δημοσίευσε το 1797 τη «Νέα Πολιτική Διοίκηση», με την οποία διακήρυσσε ένα είδος ομοσπονδίας των υποδουλωμένων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία λαών υπό την αιγίδα μιας κοινής ελληνικής γλώσσας και διοίκησης. Στην πραγματικότητα, στις αρχές του 19ου αιώνα δεν υπήρχε κοινώς αποδεκτός όρος που να ορίζει (με σημερινά δεδομένα) τον «Έλληνα».

Στην αρχαιότητα ο όρος «Έλλην» δεν χαρακτήριζε τον πολίτη ενός κράτους, αλλά τον ομιλητή μιας κοινής γλώσσας. Στον Μεσαίωνα η ίδια λέξη σήμαινε «ειδωλολάτρης». Ο κοινός όρος στις αρχές του 19ου αιώνα ήταν «Ρωμιός», ο οποίος εκτός του ότι χαρακτήριζε τον ομιλητή της «ρωμαίικης» γλώσσας σήμαινε και «Ορθόδοξος Χριστιανός».

Ακολούθως ο Μπήτον αναλύει πώς ο Παλαμάς, συνεπαρμένος όχι από τα δημοσιευμένα χειρόγραφα, αλλά από τον σύνθετο μύθο του «Διγενή Ακρίτα», ήδη από το 1900, είχε ονειρευτεί ένα μεγάλο ποίημα για το θέμα αυτό. «Πιστεύω ότι η συμβολή στην τελευταία επεξεργασία της «Φλογέρας του Βασιλιά», του ανεκπλήρωτου αιτήματος για «έπος των νεωτέρων Ελλήνων», πηγαίνει πιο βαθιά από τα ορατά στοιχεία των σχετικών δανείων και αναφορών. Δύο στίχοι ιδιαίτερα τη μαρτυρούν. Το δίστιχο μοιρολόγι που τραγουδούν οι ακρίτες για τον επώνυμο ήρωά τους, στον Δ' Λόγο τελειώνει: «Δεν πέθανε. Μαρμάρωσε. Κοιμάται. Θα ξυπνήση».

Ιδιαίτερα διεισδυτικός είναι ο μελετητής στο εβληματικό πεζοποίημα του Γιάννη Ρίτσου: «Ουσιαστικά, η "Ρωμιοσύνη" δημιουργεί για τον αναγνώστη έναν πίνακα του ελληνικού τοπίου, μέσα στο οποίο οι κατοικούντες συνδέονται με μια συμβολική σχέση, η οποία είναι ταυτόχρονα άρρηκτη και ανηλεής ως προς τις στερήσεις που επιβάλλει. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ανθρώπινη ζωή χαρακτηρίζεται από διαρκή αγώνα εναντίον των αιωνίων δυνάμεων της φύσης, αλλά ιδιαίτερα και εναντίον των εχθρών, όπως ολοένα και εμφατικότερα υπαινίσσεται το ποίημα καθώς προχωρεί».

Η «Ρωμιοσύνη»- που χάρη στη μελοποίηση του Μίκη Θεοδωράκη τραγουδήθηκε ως εθνικός ύμνος της μεταπολίτευσης- «συναιρεί σειρά διακειμενικών αναφορών, από τον μύθο, την παράδοση, τη λαϊκή πίστη και τα λογοτεχνικά κείμενα που διατρέχουν τους αιώνες από τους προπομπούς του Ομήρου μέχρι τη δεκαετία του 1940».

Η έκδοση, γραμμένη στα αγγλικά και μεταφρασμένη από την Ελένη Πιπίνη και την Πόπη Νοτιά, εμπλουτίζεται στο τέλος με μια βιβλιογραφία 529 εκδόσεων, γεγονός που σε συνδυασμό με την εγκυκλοπαιδική-λογοτεχνική οπτική του συγγραφέα, καθιστά το βιβλίο ένα πολυ-έργο. Με θεώρηση πέρα από ιδεοληψίες (εθνομηδενισμού ή εθνολατρείας) ο Μπήτον προσεγγίζει το διαχρονικό αυτό θέμα με τίμια μελετητική απόσταση και εξεταστική εμβρίθεια, αδιαφορώντας αν γίνεται υπερ-αναλυτικός…

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο