Κόκκινες, σαν ώριμες ντομάτες, πολιτείες

Κόκκινες, σαν ώριμες ντομάτες, πολιτείες

Μια ηθογραφική νουβέλα για το πάθος της μετανάστευσης και του ξεριζωμού από τον Βασίλη Πη και τις εκδόσεις Γκοβόστης

[…] Ο αέρας ερχόταν φορτωμένος από το άρωμα των λεμονανθών, των πορτοκαλιών και τον θόρυβο που έκανε το νερό, ενώ έσταζε πάνω σε τσίγκο και κυλούσε πάνω σε πέτρες. Το φως του ήλιου μπαινόβγαινε από τα δωμάτια και καθώς έφευγε, άφηνε απομεινάρια από ιριδισμούς πάνω στη στέγη της αποθήκης. Η μπόρα, στο πέρασμά της πάνω στα φύλλα της χαρουπιάς, είχε αραδιάσει όρθιες σταγόνες βροχής, σαν δεμάτια χόρτου στη σειρά, που γυάλιζαν στο φως, όπως τα φινιστρίνια στα καταστρώματα των πλοίων, και καθώς φυσούσε, έπεφταν στο υγρό χώμα σχηματίζοντας μικρούς κρατήρες σαν σφαίρα. Τα σύννεφα έτρεχαν με ταχύτητα, γρατσουνίζοντας με τη σκιά τους το βουνό και τις αναβαθμίδες, ενώ ο ήλιος ράντιζε με κόκκινη σκόνη τις μελλοντικές πολιτείες ντομάτας, και τα περιστέρια στον περιστεριώνα γουργούριζαν έναν αλλόκοτο σκοπό, σαν να έψαχναν το ταίρι τους ή τον μικρόκοσμό τους.

Λευκές κουρτίνες με μια πλεκτή δαντέλα, οριζόντια στη μέση, μισοσκέπαζαν τα παράθυρα. Το φως έμπαινε σαν φωτεινή βροχή και έλουζε τον μπουφέ και το σανιδένιο πάτωμα από βελανίδι. Η ξύλινη πιατοθήκη με τις ρίγλες άστραφτε από καθαριότητα. Χειροποίητα κεντημένα μαξιλάρια στον καναπέ και το ντιβάνι· πετσετάκια στρωμένα κάτω από τα πιάτα του γλυκού. Σαν να κατέβαιναν Άγγελοι και φύτευαν το φως. Στην αυλή σμάρια μελισσών ζουζούνιζαν παρατεταμένα σαν τρελά από τη γύρη και το ξύπνημα της ανοιξιάτικης γης, διακόπτοντας την ησυχία του Πύργου. Μακριά, γάβγιζαν σκυλιά, μουγκάνιζαν ζώα και σκόρπια βελάσματα προβάτων έρχονταν απ’ τις κοντινές ράχες.

Ο Δούκας φυλλομετρούσε το δεφτέρι του πίνοντας τον καφέ του, έξω στη βεράντα του Πύργου, ενώ άκουγε τον οδοντωτό ήχο που ερχόταν από τον διάδρομο, καθώς η κυρα-Αρχοντία κούρδιζε το ρολόι του τοίχου. Απέναντί του καθόταν με βλέμμα σε εγρήγορση ο αρχιεργάτης του, ο Ραγόνης, αυτός που κουβαλούσε πάντα το δεφτέρι του Δούκα, σε μια φθαρμένη δερμάτινη τσάντα. Ξύλινα φορούσια με περίτεχνα σκαλίσματα κρατούσαν το πρόστεγο της εισόδου.

«“Ο Μάρτης έρχεται τρομερός σαν λιοντάρι και φεύγει ήσυχος σαν αρνί”, συνήθιζαν να λένε οι βυζαντινοί. Σουλτανιώ, πήγαινε να φωνάξεις τη Ρεβελού. Μεγάλη Εβδομάδα, θα πλάσουμε κουλουράκια της αμμωνίας. Της αρέσει της Ρεβελούς να ζυμώνει κουλουράκια, να πλάθει τη ζύμη, να σηκώνει ψηλά το αλεύρι, να το πετά και να αλευρώνεται ολόκληρη». […]

[…] Οι αναμνήσεις έρχονται σαν πουλιά και με τσιμπούν. Έβλεπα τα πλοία, έτσι τα έλεγε ο παππούς μου τα φορτηγά αυτοκίνητα που ’ταν φορτωμένα ντομάτα και ψήνονταν στον ήλιο. Περνούσαν σαν αργοκίνητα βόδια, τα οποία τσινούσαν, οι ρόδες τους κάπου κάπου σκάλωναν απ’ τις μεγάλες πέτρες, ενώ οι μικρότερες θρυμματίζονταν. Οι άντρες μισοκοιμόντουσαν πάνω στα φορτηγά, φορώντας τα φαρδιά, ψάθινα καπέλα τους, ενώ οι δρόμοι μύριζαν σάπια ντομάτα και ξινισμένο χυμό που έσταζε απ’ τα φορτηγά.

Μερικές πέτρες απ’ το σπίτι μας μυρίζουν ακόμα δυστυχία. Είναι εγκαταλειμμένο. Μόνο ο φούρνος στέκεται ακόμα όρθιος, κρατώντας ίσως κάτι απ’ τη φωτιά που έκαιγε κάποτε μέσα του. Χορτάριασε η Κόκκινη Πολιτεία, αγρίεψε, όπως αγριέψαμε τότε κι εμείς. Και οι άνθρωποι της πόλης ήταν σκληροί, σαν πετσί. Σαπίσαμε εκεί πάνω· αργοπεθαίναμε σε επίγειο, ανοικτό τάφο που τον έκαιγε ο ήλιος, τον σκέπαζε η σκόνη και το θειάφι και η άδολη ροή του χρόνου. Μα τίποτα δεν μας άφησε ο Δούκας: μας τα πήρε όλα. Δεν θα τον συγχωρέσουμε ποτέ. Ξεσπιτωθήκαμε από τη γη του πατέρα μας. Ένα γυαλί θαμπό έκοβε τα χέρια μας και οι ώρες, από καιρό, το είχαν σκάσει απ’ τα ρολόγια τους. Νιώθαμε ότι η χώρα μας ήταν μια αποικία καταδίκων. Είχαμε την αίσθηση ότι ήμασταν άχρηστοι και περιττοί. Σαν να χάναμε την αναπνοή μας και πνιγόμασταν. Δεν γνωρίζαμε τίποτα για τον τόπο που θα μας υποδεχόταν και μαθαίναμε ακόμα τον τόπο που μας γέννησε. Δεν θέλαμε να φύγουμε, αλλά τα πράγματα δεν μας άφηναν: αν μέναμε, θα πεθαίναμε απ’ την πείνα. Γίναμε μετανάστες για να βρούμε μια άλλη δουλειά, ενώ η αστυνομία εκεί δεν θα μπορούσε να μας απελάσει. Εκείνο το πρωί της αναχώρησης το φως δεν βγήκε· η αυλή έμεινε ασκούπιστη· πήρε ο καθένας ό,τι μπορούσε και τραβήξαμε για το λιμάνι της Χώρας, μετέωροι ανάμεσα σ’ ένα παράξενο μείγμα ελπίδας και φόβου για το άγνωστο μιας νέας χώρας, την ταπεινότητα της φτώχειας και το ταξίδι για πρώτη φορά. Βρεθήκαμε ανάμεσα στο πλήθος και κάπου κάπου άκουγες υποταχτικούς αναστεναγμούς και τον ξερό ήχο από τις σκουριασμένες ράγες που κινούσαν τη γη, σαν να ρίχναμε πέτρες στη Μοίρα, χωμένοι μέσα στην γκρίζα στάχτη του χρόνου και τα χοντρά πανωφόρια μας. Εδώ μόνο τη φυγή μπορούσες να ονειρευτείς, όχι πως θα μπορούσες να επιβιώσεις.[…]

Τον Ιούλιο, αρχές δεκαετίας του ’60 ο Παναής ο Στάλος, ακτήμονας, μικροκαλλιεργητής ντομάτας, στο μικρό κτήμα του με ενοίκιο, βλέποντας τις νέες οικονομικές συνθήκες ν’ αλλάζουν τη ζωή του και της οικογένειάς του με εκείνους τους αθέατους νόμους της αγοράς των ισχυρών, αποφασίζει να μεταναστεύσει στην Αυστραλία. Γύρω τους αλλάζουν όλα· από τους λογοτεχνικούς χαρακτήρες μέχρι τον κόκκινο τάπητα ντομάτας ο οποίος μετατρέπεται σε βιομηχανική ζώνη, όπως οι άνθρωποι. Ο συγγραφέας οφείλει να μιλά τη γλώσσα της αλήθειας και το αντίθετο της υποκρισίας, να είναι ειλικρινής με την ιστορία, με τον τόπο του, με τον αναγνώστη, και προπαντός με την εποχή του, όταν προσπαθεί ν’ αναδείξει μια άγνωστη πλευρά της ιστορίας, η οποία είχε τραυματικές εμπειρίες για αρκετές οικογένειες του ’57, του ’61. Η νουβέλα «Κόκκινες Πολιτείες » προτείνει μια διαφορετική ανάγνωση του παρελθόντος, αυτήν της παραγνωρισμένης πλευράς της ιστορίας, προσπαθώντας να φέρει στο φως το πρόσφατο παρελθόν. Άλλωστε αυτό δεν κάνει και η λογοτεχνία; Χωρίς να κρίνει και χωρίς να δίνει απαντήσεις, θέτει ερωτήματα. Ενσωματώνει έτσι ένα νέο εργαλείο κατανόησης της ιστορίας και του κόσμου.

«Κόκκινες πολιτείες», Βασίλης Ν. Πης, εκδόσεις Γκοβόστης

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο