Ως αντίδοτο στον τουριστικό κορεσμό υπάρχουν τόποι όπου ακούγονται μόνο ο άνεμος, οι γλάροι κι η ανάσα σου. Απλά μερικές φορές χρειάζεται να ταξιδέψεις ως τις εσχατιές του πελάγους για να τους ανακαλύψεις.

Μετά τις πρώτες σου ώρες στο νησί, το συμπέρασμα βγαίνει αβίαστα: ο Οδυσσέας αποκλείεται να πέρασε εδώ επτά χρόνια “αιχμάλωτος” της Καλυψούς. Η απόφαση ήταν σίγουρα δική του. Έτσι όπως κάνουν και οι φανατικοί του νησιού που σαν μαγεμένοι επιμένουν να επισκέπτονται την ομηρική Ωγυγία ξανά και ξανά. Σαν τελετουργικό που οφείλουν να επαναλαμβάνουν, σαν χάρη στον εαυτό τους. Εδώ, θα έρθεις για να τα (ξανά)βρεις με τον εαυτό σου, για να πετάξεις τα άχρηστα και να κρατήσεις τα λίγα και σημαντικά.

Στο νοτιότερο νησί της Ευρώπης βλέπεις τα πάντα πιο καθαρά. Όπως για παράδειγμα το ότι θέλεις να ναυαγήσεις χωρίς κινητό, χωρίς μαγιό, χωρίς αντηλιακό. Μόνο μια ντάνα βιβλία σκέφτεσαι να ‘χεις μαζί σου. Πύλες προς τον τελευταίο επίγειο παράδεισο είναι η Παλαιοχώρα και η Χώρα Σφακίων, από όπου θα πάρεις το πλοίο – όταν βέβαια το επιτρέπει ο καιρός. Πρώτη εικόνα το Καραβέ, το λιμανάκι της Γαύδου με τα λιγοστά σπιτάκια ανάμεσα στα βράχια και το μικρό αστικό λεωφορείο που θα σε ταξιδέψει σε μια ενδοχώρα φτιαγμένη από πεύκα, κέδρους και αμμόλοφους με τοπία που θυμίζουν την Αφρική.

Σύμφωνα με την τελευταία απογραφή, 180 άτομα ζουν όλα κι όλα σε όλη τη Γαύδο. Το καλοκαίρι όμως, το νησί τραβά κοντά της πάνω από 3.000 επίδοξους ναυαγούς, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι κατασκηνωτές. Το ξακουστό Σαρακήνικο είναι το «resort» του νησιού – ένας κλειστός κόλπος στην αγκαλιά του κεδροδάσους με πλατιά, ξανθή άμμο, τιρκουάζ νερά, λίγα ενοικιαζόμενα δωμάτια κι άλλα τόσα ταβερνάκια, όπου η τσικουδιά συνοδεύεται με αγριοκάτσικο κι ο απογευματινός καφές με παραδοσιακή παχούντα – ημιώριμο κριθάρι ψημένο σε ξυλόφουρνο και νοστιμισμένο με λάδι και μέλι.