Μια από τις δύο αμφιλεγόμενες μελέτες σχετικά με το στέλεχος Η5Ν1 της γρίπης των πτηνών, η οποία έμενε επί μακρόν στα… συρτάρια εξαιτίας φόβων για βιοτρομοκρατία, δημοσιεύθηκε τελικώς στην επιθεώρηση «Nature». Η μελέτη του καθηγητή Γιοσιχίρο Καουαόκα και των συνεργατών του από το Πανεπιστήμιο Ουισκόνσιν-Μάντισον, όπως και μια παρόμοια μελέτη ειδικών από το Ιατρικό Κέντρο Erasmus στην Ολλανδία υπό τον Δρ Ρον Φουσιέ η οποία βρίσκεται υπό δημοσίευση στην επιθεώρηση «Science», εκτιμάται ότι θα βοηθήσει τους ειδικούς να είναι προετοιμασμένοι απέναντι σε μια πιθανή πανδημία γρίπης η οποία θα προκληθεί από το στέλεχος Η5Ν1.

Πώς μεταλλάσσεται το στέλεχος

Και οι δύο μελέτες δείχνουν πώς το συγκεκριμένο στέλεχος μπορεί να μεταλλαχθεί ώστε να μπορεί να μεταδίδεται εύκολα μεταξύ θηλαστικών. Αποδεικνύουν μάλιστα ότι το Η5Ν1, το οποίο αυτή τη στιγμή έχει δυναμική «παρουσία» στην Ασία και στην Αίγυπτο, μπορεί να αποτελέσει μια πραγματική πανδημική απειλή.

Οι δύο δημοσιεύσεις καθυστέρησαν σημαντικά να γίνουν καθώς η Εθνική Επιστημονική Συμβουλευτική Επιτροπή των ΗΠΑ για τη Βιοασφάλεια (National Science Advisory Board for Biosecurity, NSABB) έθεσε ζήτημα σχετικά με το ότι τα στοιχεία των μελετών μπορούν να δώσουν πολύ καλές… οδηγίες σε επίδοξους βιοτρομοκράτες. Η απόφαση αυτή της Επιτροπής άλλαξε τελικώς τον περασμένο μήνα και έτσι δόθηκε το «πράσινο φως» για τη δημοσίευση.

Σε κάθε περίπτωση, εξαρχής η μελέτη του καθηγητή Καουαόκα και της ομάδας του θεωρήθηκε πιο «ακίνδυνη» από εκείνη του Δρ Φουσιέ, καθώς στο πλαίσιό της δεν δημιουργήθηκε στο εργαστήριο κάποιο στέλεχος που να είναι ικανό να σκοτώνει τα πειραματόζωα που μόλυνε – στη συγκεκριμένη περίπτωση κουνάβια. Αντιθέτως η μελέτη των ειδικών από την Ολλανδία αφορούσε στέλεχος ικανό να σκοτώσει τα κουνάβια που επίσης χρησιμοποιήθηκαν ως πειραματόζωα.

Το όλο θέμα προκάλεσε αντιδράσεις ακόμη και από την ολλανδική κυβέρνηση η οποία αρχικώς φάνηκε ότι δεν θα επέτρεπε στον δρα Φουσιέ τη δημοσίευση της μελέτης του επικαλούμενη περιορισμούς στην εξαγωγή «ευαίσθητων» πληροφοριών. Ο ερευνητής απείλησε να προχωρήσει στη δημοσίευση χωρίς την έγκριση της κυβέρνησης, γεγονός που θα τον έθετε ενώπιον του νόμου. Τελικώς η άδεια δόθηκε και η μελέτη του Δρ Φουσιέ αναμένεται επίσης να δημοσιευθεί σύντομα στο «Science».

Οι λεπτομέρειες της μελέτης

Σε ό,τι αφορά τη μελέτη των ειδικών από το Ουισκόνσιν–Μάντισον που έρχεται τώρα στη δημοσιότητα, μόνο η πρωτεΐνη επιφανείας αιμοσυγκολλητίνη (ΗΑ) προερχόταν από το στέλεχος Η5Ν1 ενώ ο υπόλοιπος ιός… εργαστηρίου δημιουργήθηκε με βάση το στέλεχος Η1Ν1 της νέας γρίπης που προκάλεσε την πανδημία του 2009 και ο οποίος δεν σκοτώνει κουνάβια. Ωστόσο τόσο το στέλεχος Η1Ν1 όσο και το Η5Ν1 μολύνουν τους χοίρους και ένα υβρίδιο των δύο στελεχών είναι πιθανό να εμφανιστεί στη φύση. Έτσι είναι πολύτιμο να γνωρίζουν οι ειδικοί πώς θα μπορούσε να συμπεριφερθεί ένα τέτοιο στέλεχος.

Η νέα μελέτη στο «Nature» δείχνει ότι προτού ένα στέλεχος-υβρίδιο εξαπλωθεί μεταξύ ανθρώπων, η ΗΑ χρειάζεται να υποστεί μεταλλάξεις. Η ομάδα του Καουαόκα προκάλεσε δύο μεταλλάξεις στην πρωτεΐνη οι οποίες καθιστούν ευκολότερη την πρόσδεσή της στα κύτταρα του ανθρώπινου λάρυγγα. Το στέλεχος «τσίμπησε» άλλες δύο μεταλλάξεις καθώς μόλυνε κουνάβια. Όπως φάνηκε το στέλεχος που προέκυψε τελικώς μπορούσε να μεταδίδεται μέσω σταγονιδίων μεταξύ κουναβιών πολύ εύκολα – τόσο εύκολα όσο εκείνο που προκάλεσε την πανδημία γρίπης του 1918 και το οποίο άφησε πίσω του περί τα 50 εκατομμύρια νεκρούς.

Παρότι τόσο η μελέτη του καθηγητή Καουαόκα όσο και εκείνη του Δρ Φουσιέ αφορούσαν στελέχη με τέσσερις μεταλλάξεις στην αιμοσυγκολλητίνη, οι μεταλλάξεις δεν ήταν οι ίδιες. Ωστόσο ο καθηγητής Καουαόκα ανέφερε ότι η μελέτη του θα επιτρέψει στους ιολόγους να αναγνωρίζουν τα στελέχη που μπορεί να προκαλέσουν πανδημία, ακόμη και αν εμφανίζουν διαφορετικές μεταλλάξεις.

Η άποψη του διευθυντή του «Nature»

Την ίδια στιγμή με συνέντευξή του στο BBC ο διευθυντής της επιθεώρησης «Νature» Δρ Φίλιπ Κάμπελ ανέφερε ότι οι υπάρχουσες διαδικασίες αξιολόγησης της ιατρικής έρευνας υπό τη σκιά του κινδύνου βιοτρομοκρατίας είναι «άκρως προβληματικές» και πρέπει να βελτιωθούν. Μιλώντας για πρώτη φορά σχετικά με το ζήτημα ο Δρ Κάμπελ τόνισε ότι «εάν είναι να ακολουθήσουμε τον δρόμο της λογοκρισίας, πώς θα αποφασίζουμε ποιοι ερευνητές θα έχουν δικαίωμα να λαμβάνουν τις ευαίσθητες πληροφορίες των διαφορετικών μελετών οι οποίες θα απαγορεύεται να γίνονται γνωστές ευρέως; Και πώς μπορούμε ρεαλιστικά να εξασφαλίσουμε ότι αυτές οι πληροφορίες, εάν βρεθούν στο περιβάλλον ενός πανεπιστημίου, δεν θα διαρρεύσουν;».

Σύμφωνα με τον διευθυντή του «Nature» σε ό,τι αφορά τέτοια λεπτά ζητήματα, εκτός από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας και το NSABB θα πρέπει να εμπλέκονται πιο ενεργά στην απόφαση δημοσίευσης μελετών που σχετίζονται με τη δημόσια υγεία και ασφάλεια και οι διευθυντές των επιστημονικών επιθεωρήσεων. «Εμείς έχουμε πρόσβαση στις καλύτερες συμβουλές σε τέτοιες περιπτώσεις. Πιστεύω ότι πρέπει να ακολουθούνται πιο επίσημες και συλλογικές διαδικασίες. Δεν μπορώ να ξέρω αυτή τη στιγμή πώς θα λειτουργούσε κάτι τέτοιο στην πράξη, ωστόσο θα χαρώ να κάνω οτιδήποτε μπορεί να βοηθήσει στο να γίνει η επιστήμη πιο αξιόπιστη όταν εμπλέκονται επικίνδυνοι για την υγεία του πληθυσμού παθογόνοι οργανισμοί» κατέληξε ο Δρ Κάμπελ.

Πηγή: In.gr