Το μεγαλύτερο τοπικό δίκτυο (LAN) με οπτική ίνα στον κόσμο κατέχουν τα Sandia National Laboratories στο Νέο Μεξικό.

Η αντικατάσταση των χάλκινων καλωδίων με οπτικές ίνες θα δώσει στα εργαστήρια την απαιτούμενη ταχύτητα για την πρόοδο σε τομείς έρευνας όπως η πυρηνική ασφάλεια, ενώ παράλληλα (σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση των εργαστηρίων) θα εξοικονομήσει μεγάλα χρηματικά ποσά, της τάξης των 20 εκατομμυρίων δολαρίων εντός διαστήματος πέντε ετών, καθώς οι οπτικές ίνες δεν απαιτούν συχνότητα αντικατάστασης αντίστοιχη των χάλκινων καλωδιώσεων. Το όλο πρόγραμμα αντικατάστασης θα κοστίσει 15 εκατομμύρια δολάρια.

Τα εργαστήρια Sandia αποτελούν μία από τις μεγαλύτερες εγκαταστάσεις ανάπτυξης πυρηνικών όπλων στις ΗΠΑ, μαζί με το Λος Άλαμος. Οι επιστήμονές τους «τρέχουν» τεράστια εικονικά πειράματα, με υπολογιστικά μοντέλα των όπλων που περιλαμβάνονται στο αμερικανικό πυρηνικό οπλοστάσιο. Τα δεδομένα διακινούνται μεταξύ 265 κτιρίων και 13.000 ports.

Το νέο δίκτυο λειτουργεί σε ταχύτητες κατηγορίας 10 gigabit (η μέση αμερικανική σύνδεση είναι γύρω στα επτά megabits/ δευτερόλεπτο, ενώ το φιλόδοξο πρόγραμμα Fiber της Google φτάνει το 1 gigabit/ δευτερόλεπτο). Η κατανάλωση ενέργειας, όταν το δίκτυο ολοκληρωθεί πλήρως, αναμένεται να μειωθεί κατά 65%.

Η οπτική ίνα παρέχει πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες μεταφοράς δεδομένων σε σχέση με τα κλασικά καλώδια χαλκού, ενώ είναι παράλληλα ασφαλέστερη, πιο αξιόπιστη και φθηνότερη όσον αφορά τη συντήρησή της. Τα εργαστήρια Sandia άρχισαν να εξετάζουν τις δυνατότητές της από τη δεκαετία του 1980 ακόμα, εγκαθιστώντας την σε μεμονωμένα κτίρια και αγγίζοντας «αστρονομικές» τότε ταχύτητες, της τάξης των megabits.

Ο σχεδιασμός του προγράμματος ολοκληρώθηκε κατά τα τέλη του 2008, και για την παροχή του απαραίτητου εξοπλισμού επελέγη η Tellabs. Κατά τα τέλη του 2012, το 90% του δικτύου καλωδίων χαλκού είχε αντικατασταθεί. Οι ποσότητες του χαλκού ανακυκλώνονται, κάτι που αποφέρει με τη σειρά του έσοδα 80.000 δολαρίων.

Όσον αφορά τις «αντοχές» της οπτικής ίνας, σε σχέση με την εξέλιξη τεχνολογιών επικοινωνίας, θεωρείται πως οι σχετικές υποδομές θα παρέχουν επαρκές εύρος ζώνης για διάστημα 25 ετών ακόμα.