Στο αστρικό σμήνος NGC 6811, σε απόσταση 3.000 ετών φωτός από τη Γη, στον αστερισμό του Κύκνου, αστρονόμοι παρατήρησαν για πρώτη φορά δύο πλανήτες  λίγο μικρότερους από το Ποσειδώνα, να περιφέρονται γύρω από άστρα παρόμοια με τον Ήλιο. Η ανακάλυψη αυτή, που δημοσιεύεται στο περιοδικό Nature, δείχνει πως είναι δυνατή η δημιουργία πλανητών ακόμη και σε πολυπληθή σμήνη αστεριών.

Αν και όλα τα αστέρια δημιουργούνται σε ομάδες, μέσα σε τεράστια νεφελώματα με αρκετή πρώτη ύλη ώστε να γεννήσουν δεκάδες χιλιάδες αστέρια, στη συνέχεια τα περισσότερα ακολουθούν μοναχικές πορείες μέσα στο γαλαξία καθώς οι ομάδες διαλύονται. Άλλα άστρα όμως γεννιούνται μέσα σε μεγάλα σμήνη τα οποία παραμένουν σε σχηματισμό καθόλη τη διάρκεια της ζωής τους.

Πρόκειται για περιοχές με συμπυκνωμένο πληθυσμό εκατοντάδων ή και χιλιάδων αστέρων, με πολύ ισχυρή ακτινοβολία και αστρικούς ανέμους, ικανούς να παρασύρουν τα τυχόν διαθέσιμα υλικά για τη δημιουργία πλανητών. Σύμφωνα όμως με τα μέχρι σήμερα συμπεράσματα από το κυνήγι για ανακάλυψη εξωπλανητών, φαίνεται πως οι πλανήτες είναι πολύ λιγότερο σπάνιο είδος από ό,τι αρχικά φανταζόμασταν, και βρίσκονται ακόμη και στα πιο αφιλόξενα μέρη.

«Τα παλιά σμήνη, αντιπροσωπεύουν ένα περιβάλλον πολύ διαφορετικό από αυτό στο οποίο γεννήθηκε ο Ήλιος, ή άλλα άστρα που φιλοξενούν πλανήτες.», λέει ο αστρονόμος Soren Meibom του κέντρου αστροφυσικής Harvard-Smithsonian. «Πιστεύαμε πως οι πλανήτες δε θα μπορούσαν να σχηματιστούν ή να επιβιώσουν με τέτοιες εντάσεις στο περιβάλλον τους, ίσως κι επειδή μέχρι σήμερα δε μπορούσαμε να τους βρούμε σε τέτοιες περιοχές». 

Οι δύο πλανήτες, ονομάστηκαν Kepler 66b και 67b, και είναι περίπου τρεις φορές μεγαλύτεροι από τη Γη. Εντοπίστηκαν με τη βοήθεια του διαστημικού τηλεσκοπίου Kepler, με τη συνήθη πρακτική της παρατήρησης των μεταβολών της φωτεινότητας του μητρικού άστρου. Κάθε φορά που ο πλανήτης περνά μπροστά από το αστέρι, και παρεμβάλλεται έτσι μεταξύ του άστρου και του τηλεσκοπίου, η φωτεινότητά που λαμβάνει το τηλεσκόπιο μειώνεται, έτσι ώστε να είναι δυνατός και ο υπολογισμός του μεγέθους του πλανήτη. Το σμήνος NGC 6811, άρα και οι πλανήτες που φιλοξενεί, έχουν ηλικία περίπου ενός δισεκατομμυρίου χρόνων.

Η ανακάλυψη αυτών των δύο εξωπλανητών σε ένα σμήνος όπως το NGC 6811, σημαίνει πως η συχνότητα εμφάνισης πλανητών σε ανοιχτά σμήνη, είναι περίπου ίδια με τη συχνότητα ύπαρξης πλανητών σε μεμονωμένα άστρα του Γαλαξία, όπως ο Ήλιος. «Αυτοί οι πλανήτες είναι σαν ακραίες μορφές ζωής. Η ανακάλυψή τους σημαίνει πως μικροί πλανήτες επιβιώνουν για τουλάχιστον ένα δισεκατομμύριο χρόνια σε ένα χαοτικό και εχθρικό περιβάλλον», καταλήγει ο Meibom.