Τη δυνατότητα να «σκανάρουμε» όλη την ατμόσφαιρα του πλανήτη μέσα σε 24-48 ώρες και να αντλήσουμε πληροφορίες για πληθώρα παραμέτρων, όπως είναι ο καιρός, το κλίμα και η σύστασή της, προσφέρει η εξέλιξη της τεχνολογίας και ιδιαίτερα οι παρατηρήσεις και τα δεδομένα που στέλνουν οι δορυφόροι στους επίγειους σταθμούς των επιστημονικών και ερευνητικών ιδρυμάτων.

Οι δορυφορικές παρατηρήσεις για την καταγραφή και μελέτη των αλλαγών της ατμόσφαιρας βρίσκονται τα τελευταία χρόνια σε ραγδαία ανάπτυξη, από τους δύο βασικούς διαστημικούς οργανισμούς, NASA και ESA, προσφέροντας μεγάλες δυνατότητες, μεταξύ άλλων, και στην επιστήμη της μετεωρολογίας.

«Τα μετεωρολογικά φαινόμενα, όπως οι καταιγίδες και οι βροχές, μεταβάλλονται πολύ γρήγορα και οι επίγειοι μετεωρολογικοί σταθμοί δεν επαρκούν πάντα για τη συλλογή συνολικών πληροφοριών. Για παράδειγμα, μια καταιγίδα μπορεί να κινείται πολύ γρήγορα, να εξελίσσεται επί 20 - 40 λεπτά. Οι δορυφόροι δίνουν τη δυνατότητα παρατήρησης τέτοιων φαινομένων από απόσταση, καλύπτοντας μεγάλο γεωγραφικό πλάτος και καταγράφοντας πληροφορίες σε μεγάλη πυκνότητα και με ακρίβεια», αναφέρει ο επίκουρος καθηγητής του τομέα Μετεωρολογίας και Κλιματολογίας του ΑΠΘ, Χαράλαμπος Φείδας.

Με αφορμή την αυριανή, Παγκόσμια Ημέρα Μετεωρολογίας, ο κ.Φείδας θα μιλήσει σε ημερίδα στο αμφιθέατρο του Μετεωροσκοπείου του ΑΠΘ για την επιστήμη της μετεωρολογίας από τη γένεσή της, χιλιάδες χρόνια πριν, αλλά και για τη συμβολή της στις καθημερινές δραστηριότητες του ανθρώπου, ο οποίος εξαρτούσε ανέκαθεν τη διαμονή και τη διατροφή του από τον καιρό.

Σύμφωνα με τον ίδιο, οι παρατηρήσεις του καιρού από δορυφόρο καλύπτουν το κενό των πληροφοριών που δεν μπορούν να προσφέρουν οι επίγειοι μετεωρολογικοί σταθμοί, τόσο για την εξέλιξη των καιρικών φαινομένων όσο και για τις βραχυπρόθεσμες προγνώσεις. «Μέχρι το 1959 δεν υπήρχαν δορυφόροι και συνεπώς δεν είχαμε τη δυνατότητα να παρακολουθήσουμε τους τροπικούς κυκλώνες που δημιουργούνται πάνω από τη θάλασσα και επηρεάζουν κυρίως τις ΗΠΑ, καθώς στη θάλασσα δεν μπορούν να εγκατασταθούν μετεωρολογικά όργανα, πέρα από κάποια που υπάρχουν σε πλοία», εξηγεί χαρακτηριστικά ο κ. Φείδας.

Ωστόσο, διευκρινίζει ότι η δορυφορική τηλεπισκόπηση, αν και έχει αλλάξει ριζικά τη δυνατότητα προγνώσεων (για διάστημα 2-3 ωρών), δεν αποτελεί πανάκεια και δεν μπορεί να αντικαταστήσει τους επίγειους μετεωρολογικούς σταθμούς, καθώς το σύνολο των επίγειων και δορυφορικών σταθμών διαμορφώνει ένα παγκόσμιο σύστημα παρατήρησης του καιρού της Γης.

Το ΑΠΘ διαθέτει δορυφορικό σταθμό εδάφους, που λαμβάνει εικόνες από τον δορυφόρο της ESA, Meteosat, ανά 15 λεπτά, σε απόσταση 36.000 χιλιομέτρων από τη Γη. Το Μετεωροσκοπείο του ΑΠΘ λαμβάνει τα δεδομένα αυτά από το Φεβρουάριο του 2008, τα οποία καλύπτουν το γήινο δίσκο της Αφρικής, της Ευρώπης και το μισό Ατλαντικό, δηλαδή τη μισή Γη.