Ο Ηλίας Κωνσταντόπουλος, ο οποίος μετανάστευσε στις ΗΠΑ από την Ελλάδα, όταν ήταν ακόμα νέος, άρχισε σιγά-σιγά, μετά τα 43 του, να χάνει την όρασή του, ώσπου μετά από αργή πορεία 30 ετών, κατέληξε τυφλός πριν από περίπου πέντε χρόνια.

Τώρα όμως, μια νέα καινοτομική συσκευή "βιονικών" γυαλιών, που κατασκεύασε μια αμερικανική εταιρεία, του έχει επιτρέψει να ξαναδεί, έστω, λίγο από το χαμένο φως του και πλέον ελπίζει ότι ίσως μπορέσει μια μέρα να δει, για πρώτη φορά, το πρόσωπο τού αγαπημένου εγγονού του.

Ο 72χρονος Ελληνο-αμερικανός, ηλεκτρολόγος στο επάγγελμα, σύμφωνα με το Γαλλικό Πρακτορείο, διαγνώστηκε ότι έπασχε από μια σπάνια οφθαλμολογική πάθηση, την μελαγχρωματική αμφιβληστροειδίτιδα, που οδηγεί -και στα δύο μάτια- σε σταδιακή εκφύλιση των κυττάρων-υποδοχέων του φωτός (των ραβδίων και κωνίων) του αμφιβληστροειδούς φακού. Η νόσος εκτιμάται ότι πλήττει περίπου ένα άτομο στα 3.000, συνήθως έχει γενετική-κληρονομική αιτία και καταλήγει στην τύφλωση.

Το 2009, μετά από πρόταση του γιατρού του, ο Ηλ. Κωνσταντόπουλος δέχτηκε να συμμετάσχει στη δοκιμή μιας νέας τεχνολογίας, η οποία περιλαμβάνει την εισαγωγή στα μάτια του ηλεκτροδίων, που επικοινωνούν με μια ασύρματη κάμερα, η οποία είναι στερεωμένη πάνω σε γυαλιά οράσεως και ενεργοποιείται με μια άλλη ασύρματη συσκευή στον καρπό του χεριού.

Ήδη, ο 72χρονος μπορεί να βλέπει λάμψεις φωτός, να διακρίνει τα φωτισμένα αντικείμενα, που βρίσκονται σε σκοτεινό φόντο, και να προσανατολίζεται σε ένα δωμάτιο, καταφέρνοντας να διακρίνει πού βρίσκεται ένα ανοικτό παράθυρο ή μια πόρτα από όπου μπαίνει φως. «Χωρίς το (ηλεκτρονικό) σύστημα, δεν μπορώ να δω τίποτε. Με αυτό, υπάρχει μια ελπίδα. Κάτι υπάρχει εκεί. Εν καιρώ, ποιος ξέρει τι μπορεί να πετύχει η τεχνολογία; Όλα γίνονται σιγά-σιγά», δήλωσε ο κ. Κωνσταντόπουλος.

Η συσκευή, με την ονομασία "Argus II", κατασκευάζεται από την εταιρία Second Sight (Δεύτερη Όραση), με έδρα την Καλιφόρνια, ενώ πρόσφατα εγκρίθηκε η χρήση της στην Ευρώπη. Η συσκευή μοιάζει με τα κοχλιακά εμφυτεύματα, που εισάγονται στα αυτιά χιλιάδων κωφών και τους επιτρέπουν να ακούνε ξανά. Οι συσκευές αυτές συλλαμβάνουν ήχους, μέσω ενός μικροσκοπικού ευαίσθητου μικροφώνου, μετατρέπουν αυτά τα σήματα σε ηλεκτρικούς παλμούς και έπειτα τα στέλνουν σε ένα ηλεκτρόδιο που έχει εμφυτευτεί στο αυτί του ασθενούς, από όπου μεταφέρονται στο ακουστικό νεύρο και, τελικά, γίνονται αντιληπτά από τον εγκέφαλο ως ήχοι.

Ο "Argus II" ακολουθεί μια παρόμοια λογική. Η μικροσκοπική βιντεοκάμερα πάνω στα γυαλιά καταγράφει εικόνες και τις μετατρέπει σε ηλεκτρικά σήματα, τα οποία στέλνονται σε ένα ηλεκτρόδιο, που έχει τοποθετηθεί στο μάτι του ασθενούς, μέσω μιας τρίωρης χειρουργικής επέμβασης. Από εκεί, τα οπτικά-ηλεκτρικά σήματα μεταφέρονται στο οπτικό νεύρο και, τελικά, στον εγκέφαλο, όπου γίνονται αντιληπτά, προς το παρόν απλώς ως λάμψεις φωτός και θολά σχήματα.

«Πρόκειται, μέχρι στιγμής, για ένα πολύ ακατέργαστο επίπεδο όρασης, όμως είναι η αρχή μιας βελτίωσης. Βασικά, πρέπει να μάθουμε πώς να "μιλάμε" στον αμφιβληστροειδή», ανέφερε ο ολλανδικής καταγωγής καθηγητής οφθαλμολογίας Gislin Dagnelie της Ιατρικής Σχολής του πανεπιστημίου Τζον Χόπκινς της Βαλτιμόρης, ο οποίος εφαρμόζει πιλοτικά τη νέα τεχνική στον 72χρονο Ελληνο-αμερικανό και σε άλλους ασθενείς.

Ήδη, 14 τέτοιες συσκευές στις ΗΠΑ και άλλες 16 στην Ευρώπη έχουν τοποθετηθεί σε άτομα με πρόβλημα όρασης. Το κόστος του "Argus II" είναι περίπου 100.000 δολάρια.

Ο Ηλ. Κωνσταντόπουλος, μια φορά την εβδομάδα, εξασκείται στο εργαστήριο με τη βοήθεια ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή για το πώς θα αξιοποιεί καλύτερα τη συσκευή, ώστε σιγά-σιγά να βλέπει όλο και περισσότερα πράγματα, μαθαίνοντας να ταυτίζει σταδιακά τις λάμψεις φωτός με συγκεκριμένα σχήματα. Ήδη μπορεί να κάνει διάφορες δουλειές στο σπίτι του και, μεταξύ άλλων, τοποθέτησε πλακάκια στο πάτωμα του μπάνιου του! Το παράπονό του, όμως, είναι ότι ακόμα δεν έχει καταφέρει να δει το πρόσωπο του εγγονού του.

Οι ερευνητές πιστεύουν ότι η συσκευή μελλοντικά θα μπορούσε να αξιοποιηθεί και στα άτομα που πάσχουν από ωχρά κηλίδα, την κύρια αιτία για την απώλεια όρασης στους ανθρώπους άνω των 60 ετών, όμως διευκρίνισαν ότι θα χρειαστούν ακόμα 10-15 χρόνια για να προκύψει κάτι πραγματικά χρήσιμο, από κλινική άποψη.