Το μεγαλύτερο μέρος των ραδιενεργών καταλοίπων μετά την έκρηξη στο ιαπωνικό πυρηνικό εργοστάσιο της Φουκουσίμα κατέληξε στον ωκεανό και στη συνέχεια, μέσω των ρευμάτων, άρχισε να μεταφέρεται σε όλο τον πλανήτη, σύμφωνα με μία νέα ιαπωνική επιστημονική μελέτη. Περίπου το 80% του καισίου που απελευθερώθηκε, διοχετεύθηκε στον Ειρηνικό ωκεανό και από εκεί διαχύθηκε στους άλλους ωκεανούς της Γης, εκτιμούν οι ερευνητές του Ινστιτούτου Μετεωρολογικών Ερευνών της Ιαπωνίας, σύμφωνα με το Γαλλικό Πρακτορείο. Το υπόλοιπο 20% κατέληξε στην ξηρά, μέσα και γύρω από το εργοστάσιο της Φουκουσίμα, όπως δήλωσε ο ερευνητής Χιρόσι Τακαχάσι, ο οποίος τόνισε πως η θάλασσα μολύνθηκε σαφώς περισσότερο από τη στεριά. Οι μελέτες πάντως, πρόσθεσε, δείχνουν, παρόλα αυτά, ότι το επίπεδο της θαλάσσιας μόλυνσης είναι αρκετά κάτω από αυτό που θεωρείται επικίνδυνο για τους ανθρώπους.

Το ραδιενεργό ισότοπο καίσιο-137, που έχει ημιζωή άνω των 30 ετών, σύμφωνα με τους ερευνητές, διεσπάρη ευρέως όταν εισήλθε στα νερά του ωκεανού. Κάθε ραδιενεργό σωματίδιο έχει μέγεθος μικρότερο από ένα εκατομμυριοστό του μέτρου, δηλαδή περίπου το ένα έβδομο του μεγέθους ενός ανθρωπίνου ερυθρού κυττάρου. 

Οι προσομοιώσεις των Ιαπώνων ερευνητών σε υπολογιστή δείχνουν ότι τα ραδιενεργά υλικά, που εκτοξεύθηκαν από τις 11 Μαρτίου και μετά, μεταφέρθηκαν αρχικά από τους ανέμους προς τα βορειοανατολικά, προς την ανατολική Ρωσία και την Αλάσκα, και έπειτα έπεσαν στον Ειρηνικό ωκεανό φθάνοντας μέχρι τη δυτική ακτή των ΗΠΑ στις 17 Μαρτίου. Σε μία περίπου εβδομάδα (στις 24 Μαρτίου) υπολογίζεται ότι η θαλάσσια ραδιενέργεια είχε πλέον κάνει τον πρώτο πλήρη κύκλο της Γης. 

Προηγούμενες έρευνες, μεταξύ των οποίων μια γαλλική τον περασμένο μήνα, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η ραδιενέργεια σε μεγάλο βαθμό διαλύθηκε από τα ωκεάνια ρεύματα και δεν αποτελεί πλέον ορατή απειλή τους οργανισμούς. 

Μία άλλη ιαπωνική μελέτη, με επικεφαλής τον Ικούο Κασιβακούρα του πανεπιστημίου Χιροσάκι, η οποία δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό "PLoS ONE" και κατέγραψε τα επίπεδα ραδιενέργειας γύρω από την Φουκουσίμα επί περίπου τρεις μήνες μετά το συμβάν (15 Μαρτίου-20 Ιουνίου), μελετώντας τη ραδιενέργεια σε 5.000 κατοίκους της περιοχής, διαπίστωσε ότι σχεδόν σε όλους (με εξαίρεση μόλις δέκα άτομα) η μόλυνση δεν είχε ξεπεράσει τα επίπεδα ασφάλειας. Διαπιστώθηκε επίσης ότι ο αέρας των εσωτερικών χώρων είχε κατά μέσο όρο το ένα δέκατο του επιπέδου ραδιενέργειας του αέρα εκτός των κλειστών χώρων. 

Η μελέτη κατέληξε στο συμπέρασμα, σύμφωνα με το "New Scientist", ότι η ραδιενέργεια στη Φουκουσίμα ήταν τελικά μικρότερη της προβλεπόμενης. Αυτό εξηγείται, κατά τον ερευνητή Τζέρι Τόμας του Imperial College του Λονδίνου, επειδή στην Ιαπωνία διέρρευσε τελικά στην ατμόσφαιρα δέκα φορές λιγότερη ραδιενέργεια από ό,τι στο Τσερνόμπιλ. Βοήθησε επίσης η ταχεία αντίδραση των ιαπωνικών αρχών και η πειθαρχία του τοπικού πληθυσμού, προκειμένου να περιορισθεί η έκθεση των ανθρώπων στη ραδιενέργεια.