Το υδάτινο τείχος που σάρωσε τις ακτές της βορειοανατολικής Ιαπωνίας σχηματίστηκε από το συνδυασμό δύο επιμέρους κυμάτων, φαινόμενο που είχε προβλεφθεί θεωρητικά αλλά δεν είχε επιβεβαιωθεί μέχρι σήμερα, αποκαλύπτουν δορυφορικά δεδομένα που ανέλυσε η NASA.

Τρεις δορυφόροι που έτυχε να περνούν πάνω από τον Ειρηνικό λίγες ώρες μετά το σεισμό κατέγραψαν τη συμβολή δύο κυμάτων που είχε ως αποτέλεσμα το σχηματισμό ενός νέου κύματος με διπλάσιο ύψος.

«Η πιθανότητα να μπορέσουμε να καταγράψουμε αυτό το διπλό κύμα με δορυφόρους ήταν μία στα δέκα εκατομμύρια» εκτιμά ο Τόνι Σονγκ του Εργαστηρίου Αεριώθησης (JPL) της NASA στην Καλιφόρνια.

Όπως ανέφερε ο Σονγκ στο συνέδριο της Αμερικανικής Γεωφυσικής Εταιρείας, η ανάλυση προσφέρει μια εξήγηση για το πώς τα τσουνάμι προκαλούν εκτεταμένες ζημιές σε ορισμένες περιοχές ενώ αφήνουν άλλες σχεδόν ανέπαφες.

Όπως δείχνουν τα δορυφορικά δεδομένα και επιβεβαιώνουν τα μαθηματικά μοντέλα του JPL, τα υποθαλάσσια βουνά και γενικότερα η τοπογραφία του ωκεάνιου πυθμένα εκτρέπουν κατά τόπους το αρχικό κύμα που προκαλεί ο σεισμός, δημιουργώντας επιμέρους κύματα που είτε συνεχίζουν να κινούνται ανεξάρτητα ή συγχωνεύονται σε άλλο σημείο.

«Οι ερευνητές υποψιάζονταν εδώ και δεκαετίες ότι τέτοια "συνδυαστικά τσουνάμι" [merging tsunami] ενδέχεται να βρίσκονταν πίσω από το τσουνάμι της Χιλής το 1960, από το οποίο σκοτώθηκαν 200 άνθρωποι στην Ιαπωνία και τη Χαβάη. Μέχρι σήμερα, όμως, κανείς δεν είχε παρατηρήσει ένα τέτοιο συνδυαστικό τσουνάμι» αναφέρει ο Σονγκ.

Η έρευνα βασίστηκε σε δεδομένα από τους αμερικανο-ευρωπαϊκούς δορυφόρους Jason 1 και 2 και τον δορυφόρο Envisat της ESA (Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Διαστήματος). Και οι τρεις δορυφόροι φέρουν αλτίμετρα, όργανα που μετρούν το ύψος της επιφάνειας των ωκεανών με ακρίβεια λίγων εκατοστών.

Περίπου 7,5 ώρες μετά το σεισμό των 9 βαθμών, ο δορυφόρος Jason 1 κατέγραψε τα δύο επιμέρους κύματα την ώρα που συγχωνεύονταν. Οι δύο άλλοι δορυφόροι πέρασαν πάνω από την ίδια περιοχή λίγο αργότερα και παρατήρησαν μόνο ένα ενιαίο κύμα.

Η έρευνα υποδεικνύει ότι για την εκτίμηση του κινδύνου από τσουνάμι οι υπεύθυνοι πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την τοπογραφία μιας πολύ μεγάλης θαλάσσιας περιοχής, και όχι μόνο το ανάγλυφο του βυθού λίγο έξω από τις ακτές.

Όπως αναφέρει η ερευνητική ομάδα «μπορούμε να αξιοποιήσουμε αυτά που μάθαμε ώστε να προβλέπουμε καλύτερα τον κίνδυνο τσουνάμι σε συγκεκριμένες παράκτιες περιοχές, ανάλογα με την τοποθεσία και τον μηχανισμό του υποθαλάσσιου σεισμού».




πηγή: in.gr