Όσοι δεν είδατε ακόμα την Όλια Λαζαρίδου ως Γουίνυ στη λιλιπούτεια σκηνή του Bios, έχετε περιθώριο ως τις 9 Απριλίου

Στο Bios κάνει ζέστη, ακόμα και όταν έξω η θερμοκρασία πλησιάζει το μηδέν. Περιμένοντας τις πόρτες του θεάτρου να ανοίξουν, περιφέροντας τσάντες και παλτό μπροστά στις μύτες των θαμώνων του μαγαζιού, το κουκούλι της προσδοκίας διαλύεται.

Και συναρμολογείται ξανά. Σε πείσμα των σαφώς άβολων καθισμάτων και του αναμενόμενου εποχικού βήχα.

Είναι η φωνή της Όλιας Λαζαρίδου που, μαζί με το καταπληκτικό σκηνικό του Άγγελου Μέντη, έναν τύμβο από βιβλία, καταργούν μονοκοντυλιά τις όποιες εξωτερικές ενοχλήσεις και σε υποχρεώνουν να αφοσιωθείς στο θαύμα επί σκηνής.

Γιατί πρόκειται για θαύμα. Από τα χείλη της Λαζαρίδου οι λέξεις του Μπέκετ μοιάζουν ολοκαίνουργιες –σαν να μην τις έγραψε, ούτε να τις ψέλλισε, ποτέ άνθρωπος. Σαν χριστουγεννιάτικα δώρα που τα ξετύλιξε μπόμπιρας και τα περιεργάζεται κάτω από το φως της λάμπας.

Αν αυτό είναι τεχνική ή το ταλέντο κάποιων προνομιούχων ανθρώπων να νιώθουν έκπληξη μπροστά σε οτιδήποτε ωραίο και μεγάλο, είναι δευτερεύον. Το σημαντικό είναι πως η έκπληξη αυτή είναι μεταδοτική. Όσες φορές και να έχεις ξανακούσει τα ίδια λόγια τα μάτια και τ’ αυτιά σου μένουν κολλημένα εκεί.

Και όχι, δεν σε πιάνει η καρδιά σου. Η Σύλβια Λιούλιου πέτυχε να εκμαιεύσει από την ερμηνεύτρια μια Γουίνυ τόσο ανάλαφρη που μοιάζει να εκτείνεται από την τρύπα της ως τα ουράνια. Επιπόλαια από θέση και από επιλογή, κινείται ακατάπαυστα χωρίς να μετακινείται, αυταπατάται με επιμονή, αθωώνει τον εαυτό της, εκτοξεύει λέξεις και περιμένει.

Το πρωτότυπο σκηνικό, χτισμένο από εκατοντάδες τόμους βιβλίων, μπορεί να αναγνωσθεί ως (περιπαικτικό) σχόλιο για την ματαιότητα του λόγιου ευρωπαϊκού πολιτισμού που, παρά τα εκατομμύρια των λέξεων που «δαπανήθηκαν», μάλλον απέτυχε να εμφυσήσει νόημα στις ζωές των ανθρώπων.

 Δείτε ΕΔΩ περισσότερες πληροφορίες για το έργο και την παράσταση.