Αν οι επισκέπτες ενός νοτιοευρωπαϊκού mall έχουν στη διάθεσή τους για να γευματίσουν ένα McDonald's, ένα Burger King, ένα KFC, μία Pizza Hut, ένα Starbucks, μερικά εστιατόρια με steaks και μπριζόλες και ένα κινέζικο, πόσο χρόνο ζωής δίνει κανείς στη μεσογειακή διατροφή;

Tην εβδομάδα που πέρασε ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) έδωσε στη δημοσιότητα στοιχεία σχετικά με την παιδική παχυσαρκία που μαρτυρούν ότι ένα σωστό και υγιεινό μοντέλο διατροφής, όπως το μεσογειακό «ψυχορραγεί» -τουλάχιστον όσον αφορά τα παιδιά της Ελλάδας, της Ιταλίας και της Ισπανίας. Τα φρούτα, τα λαχανικά, τα ψάρια και το ελαιόλαδο έχουν περάσει στο παρασκήνιο του καθημερινού τραπεζιού, αφήνοντας ουσιαστικό χώρο στα γλυκά, τα αναψυκτικά και το χαμηλής ποιότητας γρήγορο φαγητό. Αποτέλεσμα; Το 1 στα 5 παιδιά σε αυτές τις χώρες να υποφέρει από παχυσαρκία με τον αριθμό να αυξάνεται αν συνυπολογιστούν και τα υπέρβαρα.

«Η μεσογειακή διατροφή για τα παιδιά στις χώρες αυτές έχει τελειώσει», δήλωσε στον Guardian ο δρ João Breda, επικεφαλής του ευρωπαϊκού γραφείου του ΠΟΥ. «Δεν υπάρχει πλέον μεσογειακή διατροφή».

Στην Ισπανία. Ο δημοσιογράφος Sam Jones, απεσταλμένος της βρετανικής εφημερίδας στη Μαδρίτη, ζήτησε τη γνώμη μιας οικογένειας Ισπανών για το θέμα. Η María Reguera, που έχει κόρη τριών ετών, σχολίασε: «Δεν νομίζω ότι είναι τόσο μεγάλο πρόβλημα. Τα σχολεία διδάσκουν στα παιδιά τις καλές, διατροφικές συνήθειες όπως την κατανάλωση φρούτων και λαχανικών». Συμπλήρωσε δε πως οι Ισπανοί επισκέπτονται μέρη με γρήγορο, ανθυγιεινό φαγητό μόνο τα Σαββατοκύριακα ή πως τα παιδιά μπορεί να φάνε ένα σνακ μετά το σχολείο. «Εξακολουθώ να μαγειρεύω στο σπίτι και δεν ανησυχώ», κατέληξε η Maria. Η γιαγιά, που ήταν παρούσα στο διάλογο, εντόπισε το πρόβλημα στις κοινωνικές αλλαγές: «Πριν οι γυναίκες δεν δούλευαν και είχαν περισσότερο χρόνο να μαγειρέψουν. Οι άνθρωποι έχουν τώρα λιγότερο χρόνο. Απλώς κάνουν ό, τι είναι ευκολότερο».

Στην Ιταλία. «Μόνο το 10% των Ιταλών ακολουθεί πραγματικά μια μεσογειακή διατροφή», σύμφωνα με τον Antonino De Lorenzo, καθηγητή διατροφής στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης Tor Vergata.

«Αποτέλεσμα της ανθυγιεινής διατροφής είναι ότι τα παιδιά ηλικίας 8 έως 11 ετών στην Ιταλία είναι πλέον στα ίδια επίπεδα βάρους με τα Αμερικανάκια», λεει ο καθηγητής Antonino De Lorenzo.

Ο De Lorenzo εντοπίζει τις αλλαγές στις διατροφικές συνήθειες στις αρχές της δεκαετίας του 1980, όταν η μαζική παραγωγή φθηνών τροφίμων και η πρόσβαση στο junk food άρχισαν να διαδίδονται στην Ιταλία, θεωρώντας πως στη διάβρωση του σωστού διατροφικού μοντέλου συμβάλλουν και τα μέσα ενημέρωσης, η τηλεόραση και οι διαφημίσεις τροφίμων χαμηλής ποιότητας.

Στην Ελλάδα και την Κύπρο. Η Αντονία Τριχοπούλου, διακεκριμένη για το ρόλο της στην ανάδειξη των αρετών της μεσογειακής διατροφής, ομότιμη καθηγήτρια Προληπτικής Ιατρικής και Διατροφής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρόεδρος του Ελληνικού Ιδρύματος Υγείας, μιλώντας στον Guardian είπε σχετικά:

«Το ελαιόλαδο άρχισε να εγκαταλείπεται στη δεκαετία του '60 και του '70 όταν υπήρξε τεράστια διεύρυνση της αγοράς του σπορέλαιου. Στη συνέχεια εισήχθη η μαργαρίνη, παρότι δε χρειαζόταν η Μεσόγειος μαργαρίνη, καθώς δεν υπήρξε ποτέ μεγάλος καταναλωτής βουτύρου. Στη δεκαετία του '60, επίσης, οι νότιοι Ευρωπαίοι άρχισαν να τρώνε πολύ κρέας και πολλά τυριά».

Όσο για την Κύπρο, σύμφωνα με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο της κυπριακής κυβέρνησης, Πρόδρομο Προδρόμου, το φαινόμενο έχει να κάνει με τις ραγδαίες αλλαγές στον τρόπο ζωής: «Οι κοινωνίες, όπως η δική μας, έχουν αλλάξει ριζικά σε δύο ή τρεις γενιές και ξαφνικά μικρές κοινότητες έχουν αποκτήσει εύκολη πρόσβαση στο fast food με όλες τις αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία που βλέπουμε. Πρέπει να δράσουμε τώρα!».

Δεν πεθαίνει η μεσογειακή διατροφή -ανακτάται! «Είμαι αισιόδοξη ότι η μεσογειακή διατροφή δεν πεθαίνει με την επόμενη γενιά», λέει η κ. Τριχοπούλου, η οποία τη μελετά από τη δεκαετία του '80 και θεωρείται κορυφαία επί του θέματος όχι μόνο στη χώρα μας, αλλά και στην Ευρώπη. «Τα τελευταία χρόνια υπήρξε μεγάλη μετατόπιση και εκ νέου “ανακάλυψη” των παραδοσιακών ελληνικών τροφίμων, με κινητικότητα ανθρώπων προς τα χωριά και παραγωγή τοπικών προϊόντων », για να καταλήξει: «Η μεσογειακή διατροφή θεωρείται βιώσιμη και φιλική προς το περιβάλλον. Μπορεί να ανακτηθεί».