Αν θεωρήσουμε ότι ένα από τα κριτήρια για την ποιότητα του φαγητού μίας ταβέρνας είναι η μακροημερέωση της, ο «Κολοβός» στην Αγία Παρασκευή περνάει τον πήχη με ευχέρεια. Υπάρχει από το 1954 και πενήντα οκτώ χρόνια μετά εξακολουθεί να αποτελεί μία ενδιαφέρουσα και ταυτόχρονα οικονομική πρόταση τόσο για τους διαμένοντες στην Αγία Παρασκευή όσο και για όσους διαμένουν σε γειτονικές περιοχές (Χολαργός, Χαλάνδρι κ.λ.π.) και επιθυμούν μία μικρή μετακίνηση για να δώσουν μία συμπληρωματική διάσταση στην έξοδο τους.

Καλοκαιράκι γαρ θα ασχοληθώ μόνο με τον ευχάριστο και καλοφτιαγμένο εξωτερικό χώρο. Πλακόστρωτο, με πέτρινη επένδυση στους τοίχους και ένα στέγαστρο με κληματαριά είναι ένα πολιτισμένο και ευχάριστο σύνολο. Αν μάλιστα προσθέσεις και τον τεχνητό καταρράκτη στο φόντο η ήδη θετική εικόνα κερδίζει ακόμα περισσότερους πόντους. Οι παρουσίες, αρκετές, δίνουν ζωντάνια στο χώρο με κοινό που καλύπτει όλες τις ηλικίες.

Ας έλθουμε όμως στα του πιάτου. Το ατού του Κολοβού είναι η ψησταριά. Παϊδάκια αρνίσια, και με λίγο μπούτι, κοτόπουλο, μπιφτεκάκια, μπριζόλες, κοντοσούβλι, κοκορέτσι κ.λ.π. Τα καταφέρνει καλά και αυτό φαίνεται κατ’ αρχήν από τον αριθμό των θαμώνων μία Δευτέρα βράδυ. Φαίνεται όμως και στο ίδιο το πιάτο. Σωστό κοντοσούβλι με λίγο (όσο πρέπει) λιπάκι και πικάντικο. Δίπλα του το μπιφτέκι (κρεατένιο και όχι με υπερβολή ψωμιού) ζητήθηκε λίγο ροζέ στην «καρδιά» και ήλθε ακριβώς έτσι.

Τέλος, τα παϊδάκια ήταν ζουμερά από αρνί χωρίς μυρωδιές και τρυφερό. Στο περιθώριο των κυρίως πιάτων οι τηγανιτές πατάτες, τα χόρτα και τα παντζάρια κρατάνε ένα αξιοπρεπές επίπεδο ενώ οι φλογέρες με τυρί δεν είχαν την πρέπουσα αίσθηση τυριού και η ένταση της φωτιάς ήταν αισθητή. Για το τελείωμα προτείνεται χαλβάς του μπακάλη και φρούτα εποχής. Η τελική εντύπωση είναι ότι το κοινό που χαρίζει σε ένα μαγαζί πενήντα οκτώ χρόνια ζωής το έχει κρίνει καλό και έχει κρίνει σωστά. 



Πηγή: athinorama.gr