Το Ανώτατο Δικαστήριο της Βρετανίας έκανε τελικά αποδεκτή την υπόθεση ενός άνδρα, ο οποίoς πάσχει από το σύνδρομο εγκλεισμού και ο οποίος ζητεί να του επιτραπεί να αναθέσει σε έναν γιατρό να θέσει νόμιμα τέλος στη ζωή του, όταν το θελήσει, χωρίς ο επιστήμονας αυτός να θεωρηθεί στη συνέχεια ένοχος φόνου βάσει του νόμου.    Ο 57χρονος Τόνι Νίκλινσον, θύμα εγκεφαλικού επεισοδίου το 2005, έχει παραλύσει εντελώς και εξαρτάται από τους άλλους στην καθημερινή του ζωή. Δεν μπορεί πλέον να μιλήσει και να επικοινωνήσει, παρά μόνον μέσω ενός ηλεκτρονικού πίνακα ή ενός υπολογιστή και χαρακτηρίζει τη ζωή του «αφόρητη».  
   
Αυτό που ζητεί είναι να μπορεί να επωφεληθεί, όποτε το επιθυμήσει, από τη βοήθεια ενός γιατρού για να πεθάνει, καθώς αυτός δεν μπορεί να κάνει την παραμικρή κίνηση για να διακόψει το νήμα της ζωής του.   
   
Στην απόφασή του αυτή χαίρει της συμπαράστασης της συζύγου του και των δύο θυγατέρων του ηλικίας περίπου είκοσι ετών.   
   
Το Ανώτατο Δικαστήριο εκλήθη να αποφανθεί αν είναι αποδεκτή η προσφυγή του Νίκλινσον, αφού το υπουργείο Δικαιοσύνης είχε ζητήσει να απορριφθεί η εξέταση της υπόθεσης αυτής με το αιτιολογικό ότι η συζήτηση για την ευθανασία --η οποία είναι σήμερα παράνομη-- εμπίπτει στην αρμοδιότητα του κοινοβουλίου.  
   
Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι ο Τόνι Νίκλινσον έχει το δικαιώμα να ζητήσει "να μην είναι παράνομο για έναν γιατρό να δώσει τέλος ή να βοηθήσει να δοθεί τέλος στη ζωή του βάσει της αναγκαιότητας" γι'αυτό, αν ληφθεί υπόψη ο μεγάλος βαθμός αναπηρίας του.  
   
Το δικαστήριο επίσης έκρινε βάσιμο το επιχείρημα του Νίκλινσον, σύμφωνα με το οποίο το δικαίωμα στο σεβασμό της ιδιωτικής ζωής, όπως αυτό περιγράφεται από το άρθρο 8 της Συνθήκης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, περιλαμβάνει επίσης το δικαίωμα του να τερματίσει κάποιος τη ζωή του.