Βάθεμα του χάσματος μεταξύ των αναπτυγμένων και των αναπτυσσόμενων κρατών, έλλειψη ηγεσίας, απουσία βούλησης και πόρων προς διάθεση, παραλυτικές ισορροπίες, πληθωρισμό κειμένων αλλά ανυπαρξία δεσμευτικών αποφάσεων και αποτελεσματικών δράσεων, διαπιστώνουν μεταξύ άλλων την επομένη της Διάσκεψης τα διεθνή ΜΜΕ. Με λίγα λόγια, όπως περιγράφει την κατάσταση η Greenpeace, «αποτυχία επικών διαστάσεων».

Η προϊστορία

Είκοσι χρόνια μετά την ιστορική «Σύνοδο για τον Πλανήτη» (Ρίο ντε Τζανέιρο, 1992), τα Ηνωμένα Έθνη υλοποίησαν φέτος (20 - 22 Ιουνίου) τη «Διάσκεψη για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη» και πάλι στο Ρίο.

Πάντως, η πάροδος τόσου χρόνου από την υιοθέτηση της φιλόδοξης τότε «Ατζέντα 21» -ενός προσχέδιου που αφορούσε στην επανεξέταση της ανάπτυξης, την προώθηση της κοινωνικής δικαιοσύνης και την εφαρμογή των πολιτικών προστασίας του περιβάλλοντος- δε φαίνεται να συνέβαλε ιδιαίτερα στην καταγραφή σημαντικών επιτευγμάτων στο πλαίσιο της «Διάσκεψης του Ρίο+20» («κωδική» ονομασία της Διάσκεψη που ολοκληρώθηκε εχθές Παρασκευή).

Η διάσκεψη

Η Διάσκεψη η οποία πραγματοποιήθηκε στο υψηλότερο επίπεδο εκπροσώπησης, φιλοξενούσε κορυφαίους πολιτικούς και κρατικούς παράγοντες (περίπου 195 εθνικές αντιπροσωπείες), καθώς και δεκάδες χιλιάδες φορείς της κοινωνίας των πολιτών. Κοινό ενδιαφέρον τους; Η δρομολόγηση της παγκόσμιας ανάπτυξης σε συνθήκες περιβαλλοντικής ισορροπίας με σκοπό την καταπολέμηση της φτώχειας και την άρση των ανισοτήτων.

Στο Ρίο υπήρξε επικέντρωση σε δύο θεματικές. Αφενός στην πράσινη οικονομία σ’ έναν ορίζοντα βιώσιμης ανάπτυξης προς περιστολή των φαινομένων φτώχειας, αφετέρου στη διαμόρφωση του θεσμικού πλαισίου που θα ευνοήσει τη βιώσιμη ανάπτυξη. Συνολικά και στο πνεύμα των παραπάνω, εντοπίστηκαν επτά περιοχές προτεραιότητας, δηλαδή αξιοπρεπείς θέσεις εργασίας, ενέργεια, βιώσιμες πόλεις, διατροφική ασφάλεια και βιώσιμη αγροτική καλλιέργεια, υδάτινοι πόροι, ωκεανοί και ετοιμότητα ως προς την αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών.

Πενιχρά αποτελέσματα

Οι διαφορετικές προσεγγίσεις των συμμετεχόντων στη Διάσκεψη δεν επέτρεψαν την ύπαρξη ομοφωνίας, έτσι υιοθετήθηκε ένα κατώτερο των περιστάσεων τελικό κείμενο με την ονομασία «Το Μέλλον που επιθυμούμε» από το οποίο απουσιάζουν οι ισχυρές δεσμεύσεις, οι σαφείς εξειδικεύσεις καθώς και οι μετρήσιμοι στόχοι. Κάθε σύγκριση με την «Ατζέντα 21» του 1992, που έθετε καινοτόμα ζητήματα όπως η βιοποικιλότητα και σ’ ένα βάθος χρόνου οδήγησε σε συμφωνίες όπως το Πρωτόκολλο του Κυότο αναφορικά με τις εκπομπές των αερίων του θερμοκηπίου, είναι εκ των προτέρων καταδικασμένη στο χαρακτηρισμό της ως άνιση.

Η αλήθεια είναι ότι οι ηχηρές απουσίες του Προέδρου των ΗΠΑ, της Γερμανίδας Καγκελαρίου, του Βρετανού Πρωθυπουργού και άλλων κορυφαίων ηγετών, σε συνδυασμό με το ότι επί της ουσίας οι πολιτικοί ηγέτες δε διαμόρφωσαν το τελικό κείμενο, αλλά απλά υπέγραψαν έγγραφα που είχαν προσυμφωνηθεί σε διπλωματικό επίπεδο μέσα από διαδικασίες ενός χρόνου, αφήνουν εκκρεμείς απορίες σχετικά με την ικανότητα των πολιτικών να παίξουν καταλυτικό ρόλο σε αυτές τις διαδικασίες. Παράλληλα οι ανησυχίες και για το ρόλο των ιδιωτικών επιχειρηματικών συμφερόντων όλο και αυξάνονται.

Στενεύουν τα περιθώρια

Σε κάθε περίπτωση, απ’ όπου και αν προέλθει στο μέλλον η διευθέτηση των σχετικών θεματικών, στο Ρίο δαπανήθηκε μία ακόμη ευκαιρία. Σ’ έναν πλανήτη όπου ο πληθυσμός διαρκώς αυξάνεται, οι διαθέσιμοι πόροι μειώνονται, η οικονομική κρίση διευρύνει και διογκώνει τις ανισότητες, ενώ περιφερειακές συγκρούσεις (βλ. Μέση Ανατολή) καταναλώνουν πολύτιμο πολιτικό και διπλωματικό κεφάλαιο, ο χρόνος που απομένει για να εξετάσουμε το όντως κορυφαίο ζητούμενο της οικονομικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά βιώσιμης ανάπτυξης, δε φαίνεται να είναι πολύς.

Παναγιώτης Σκευοφύλακας
TAGS